Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Τα θέμα με τα Ταξίδια…


Πριν από χρόνια περνούσα μια πολύ καλή φάση στη ζωή μου.
Με έλεγαν Μπρόνκο ή κάτι τέτοιο και ήμουν πλανόδιος μουσικός σε μια μπάντα με άλλους πέντε. Φορούσαμε όλοι δερμάτινα σανδάλια, το μούσι μου ήταν πλούσιο , τα μαλλιά μου άγρια και  μακριά και τα μόνα πράγματα που κουβάλαγα μαζί μου ήταν ένα αναδιπλούμενο σκαμπό, το τρίχορδο μπουζούκι μου και δυο τρία ρούχα, όλα στριμωγμένα κάπως σε ένα σάκο.

Ο  Γ. έπαιζε κλαρίνο , ο  D.  κιθάρα gipsy , ο  Φ. μισή ντραμς, ο Λ. τρομπέτα και ο G. Μπασοκίθαρο και λαούτο.

Γυρνάγαμε για πολλά χρόνια σε μικρές πόλεις και χωριά, μετακινούμασταν κυρίως με λεωφορείο είτε κάνοντας ωτοστόπ, εκτός από κείνο το καλοκαίρι, με τα ποδήλατα που βρήκαμε πεταμένα και κακήν κακώς τα επισκεύασα , φτιαχνοντας σχαρίτσες από ξύλινα τελάρα φρούτων για τα συμπράγαλα μας .

Προορισμό συγκεκριμένο δεν είχαμε, ούτε ποτέ μας ένοιαξε κάποιος χρονικός στόχος.
 Όπου θέλαμε σταματάγαμε, όταν θέλαμε φεύγαμε.

Η κάθε μας μέρα ήταν μια ξεχωριστή γιορτή , μια μουσική και όχι μόνο, περιπέτεια.

Όταν η ξυπόλητη μου πατούσα ανεβοκατέβαινε στον ρυθμό των τραγουδιών, πότε πάνω σε πεζοδρόμιο, πότε στην άμμο, πότε σε χώμα αλλά και σε άσφαλτο, ένιωθα πραγματικά να ζω , να υπάρχω.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα μέσα στο κομμάτι, ενωνόμαστε όλοι , συνεπιβάτες σε όχημα που χόρευε στον αέρα με τον ρυθμό της μουσικής.
Ο ήλιος χειροκροτούσε, τα δέντρα έκαναν στην άκρη για  να περάσουμε.
Ωραία ζωή…

     Η αλήθεια είναι ότι ήμασταν πολύ καλή μπάντα, ειδικά μετά την δεύτερη χρονιά μας, οι περισσότεροι περαστικοί που άκουγαν την μουσική μας ή δάκρυζαν, ή χαμογελούσαν ή ταξίδευαν με κλειστά τα μάτια και τα βράδια αφού μοιράζαμε εξίσου τα φραγκοδίφραγκα που μαζεύαμε, τα κάναμε φαγητό του δρόμου και αφρισμένες μπύρες.
Δεν παίζαμε κάποιο συγκεκριμένο είδος, η μουσική μας είχε ήχους από το Μπουζούκι του Μάρκου, την gypsy κιθάρα του Django, τα κλαρίνα της Ηπείρου, την ψυχή του λαγούτου της Κρήτης  και οι φωνές μας το κλάμα των πολυφωνικών της κάτω Ιταλίας,

Το τέταρτο καλοκαίρι , στην πλατεία ενός χωριού (δεν θυμάμαι πού), την στιγμή  που έπαιζα ένα θέμα με το μπουζούκι πάνω σε ένα πένθιμο τσιγγάνικο κομμάτι της Ρουμανίας, πέρασε από μπροστά μου μια μοτοσικλέτα.
Ήταν ένας ταξιδιώτης με τα μπαγκάζια του δεμένα με χίλια λάστιχα.
Μου φάνηκε πως κινούταν τόσο αργά, όσο περνούσε και μας κοιτούσε, τόσο μέσα στον πένθιμο ρυθμό, που τα χασα για λίγο γιατί ο ήχος του κινητήρα μου φάνηκε πως ήταν άλλο ένα όργανο στην μπαντα μας.

Σταμάτησε πιο κάτω, έκατσε μπροστά μας να ακούσει και μετά κόλλησε μαζί μας όλη την υπόλοιπη μέρα που χαζολογούσαμε.

Όση ώρα μας έλεγε τις περιπέτειες του και μείς τις δικές μας, εγώ δεν πήρα τα μάτια μου από την μοτοσικλέτα του και αυτός δεν πήρε τα μάτια του από το μπουζούκι μου.
Την άλλη μέρα, αναπόφευκτα νομίζω, ανταλλάξαμε την μοτοσικλέτα και τον εξοπλισμό του με το μπουζούκι , το σάκο και το σκαμπό μου, πήρε την θέση μου στην μπάντα και εγώ την δική του στην σέλλα.

Τρεις μέρες μετά,  τους χαιρέτισα όλους σαν αδέρφια μου , η συγκίνηση με έπνιγε, μου έκοβε την φωνή  και όταν πλέον, μετά από ώρα, κατάφερα να βάλω την αναπνοή μου σε ένα ρυθμό, έφυγα.

     Τρομερό το συναίσθημα του να ανοίγεις το γκάζι και να παγώνεις το χρόνο, να κινείσαι με μία , κατά βούληση ρυθμιζόμενη ταχύτητα, μέσα στο κολλώδες ρευστό των δευτερολέπτων.  Όπως η μελωδία που ανοίγει μόνη τον δρόμο της μέσα στο χωροταξικό χάος, καθώς ο ρυθμός την σπρώχνει,  συλλέγοντας νότες που την περιμένουν να τις μαζέψει σαν ώριμα φρούτα, να τις παρασύρει μαζί της , σαν σκέτες λέξεις που γράφτηκαν για να μπορούν να κολλήσουν σε μια φράση και μόνον. 
Σκέτες είναι ένα τίποτα, δεμένες μαζί είναι τα πάντα.

Ταξίδεψα πολύ χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω το πόσο , ξαναπέρασα από πολλά από μέρη που τα είχα ξαναδεί σαν μουσικός και πήγα και σε πολλά άλλα που δεν φανταζόμουν πως υπήρχαν , σαν μοτοσικλετιστής.

Κάποιον Ιανουάριο, συνάντησα στην έρημο, μια βιβλική φιγούρα, έναν τύπο που ταξίδευε με ποδήλατο, επί εικοσαετία.
Στήσαμε τις σκηνές μας , κάτσαμε μαζί το βράδυ στην φωτιά και  ήπιαμε ένα κατακόκκινο μπρούσκο κρασί.
Είχε κουραστεί.
Τα τελευταία πεντε χρόνια οδηγούσε το ποδήλατο και κάθε απόγευμα κυνηγούσε την δύση του ήλιου.
Τα προηγούμενα πεντε, οδηγούσε και πήγαινε προς την ανατολή του.
Πριν τον είχε κυνηγήσει στο βορρά και πιο πριν στο Νότο.
Κουράστηκε γιατί ποτέ δεν τον έφτανε.

Συμφωνήσαμε να ανταλλάξουμε την μοτοσικλέτα και τον εξοπλισμό μου με το ποδήλατο του.
Του είπα πως έτσι μάλλον θα είχε πλεονέκτημα και θα τον  κυνηγούσε πιο γρήγορα …

Ταξίδεψα με το ποδήλατο, και πάλι – τι έκπληξη- έχασα τον χρόνο..

Πεταλάριζα για χρόνια σφυρίζοντας και αμόλαγα τα χέρια μου στις κατηφόρες.  Ένιωθα πιο ελεύθερος, πιο δυνατός από ποτέ.

Ένα ζεστό καλοκαίρι συνάντησα σε ένα οροπέδιο με λίμνη και παγωμένη ησυχία, κάποιον που ταξίδευε με τα πόδια.

Μετά από μια πραγματικά σύντομη συζήτηση του έδωσα το ποδήλατο μου και συνέχισα με τα πόδια.

Το ταξίδι αυτό έκρυβε μέσα του μια ατόφια ησυχία, μια ξεχωριστή γαλήνη.
Τα τοπία πλέον ήταν διαφορετικά, τα χρώματα του ουρανού αλλιώτικα, οι ήχοι της νύχτας πιο φιλικοί.
Άνοιγα τα χέρια περπατώντας στην άκρη του δρόμου αγγίζοντας τις κορφές των φυτών και τ’ άγγιγμα τους ήταν ζεστό και πρόσχαρο.
Ένιωσα το τσίμπημα των βελόνων του δάσους, την άγρια υφή των κορμών, τα κρύα νερά στα ρέματα.


     Έφτασα ένα απόγευμα σε μια παραλία που έδειχνε ατέλειωτη. Όπου κι αν κοίταζες έβλεπες να λαμπυρίζει το κύμα και να την χαϊδεύει.
 Ένα ποτάμι που η ροή του ήταν ανάποδη , από την θάλασσα προς το ποτάμι , την διέσχιζε.

Έκατσα κάτω και ταξίδεψα με το μυαλό μου.
Ελαφρύς σαν σύννεφο τριγύριζα στα μέρη, απαλός σαν την σκιά ξαπόσταινα όπου ήθελα… 

Λίγες μέρες μετά μου ακούμπησε κάποιος τον ώμο.

Μου συστήθηκε ως ο Θάνατος.
Μού δειξε την δεμένη βάρκα του στη όχθη του ποταμιού. Μπήκα μέσα, ξάπλωσα στον πάτο της, έβγαλα από την τσέπη μου τα δύο μου τελευταία κέρματα, τα φόρεσα στα μάτια μου
και
το ταξίδι ξανάρχισε…..


Σπύρος Βαρθολομαίος

2 σχόλια: