Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

ΕΝΑ ΠΡΟΔΙΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ.

Ένα συγκλονιστικό διήγημα για τη Μεγάλη Εβδομάδα - των ανθρώπων...


        Εννέα χρόνια τώρα προετοίμαζε τον εαυτό της η Μαρία. Εννέα χρόνια το σκεφτόταν… το επεξεργαζόταν… προσπαθούσε να βάλει τα δεδομένα σε μια λογική σειρά…να αποδεχθεί το αναπόφευκτο.

        Εννέα χρόνια ο ύπνος της είχε γίνει λιγοστός και βασανιστικός.  Δεν μπορούσε να κοιμηθεί κι αν τα μάτια της βάραιναν και έκλειναν έστω για λίγο, το μόνο που κατάφερνε ήταν να βυθιστεί σε μια κατάσταση που δεν ήταν ύπνος. Έμοιαζε περισσότερο με λήθαργο ή λιποθυμία, από την αδυναμία και την κούραση.  Αν κατά λάθος συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε στο πεντάλεπτο πεταγόταν τρομαγμένη, ιδρωμένη και γεμάτη αγωνία. Είχε την αίσθηση ότι  έχασε κάτι, ότι κάτι της διέφυγε και αυτό το κάτι ήταν πολύ σημαντικό. Ένοιωθε σαν να είχε κάνει την πιο μεγάλη αμαρτία. Ήταν ανεπίτρεπτο εκείνη να ξεκουράζεται και δίπλα, στο άλλο δωμάτιο, η μικρή Άννα, συνδεδεμένη με εκείνη την τεράστια συσκευή οξυγόνου, να μετρά μέρες ή ώρες ή ακόμα χειρότερα λεπτά, μέχρι να παραδοθεί οριστικά σ’ αυτόν, που εννέα χρόνια τώρα στέκεται δίπλα της και περιμένει να την περάσει στην αντίπερα όχθη.

Σ’ αυτόν που εννέα χρόνια τώρα, είχε γίνει ο μεγαλύτερος φόβος της Μαρίας μα και ο μόνιμος σύντροφός της.

Όλες της οι σκέψεις, όλες της οι πράξεις, όλη της η ζωή περνούσε μέσα από αυτόν και από την αγωνία της να βρει μια λύση, να του ξεφύγει, να κρύψει έστω την Άννα της κι αυτός να μην την ανακαλύψει ποτέ. Να καταφέρει να τον ξεγελάσει… αυτόν... που κανείς… από την αρχή του χρόνου μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να νικήσει.

        Τα πάντα για την Μαρία πέρναγαν μέσα από την σκέψη του Θανάτου. Μέσα από την πιο τρομακτική βεβαιότητα που της είχαν δώσει οι γιατροί, για τον οριστικό αποχωρισμό της, από το πιο όμορφο πλάσμα σ’ αυτόν τον κόσμο, την Αννούλα της. Την Αννούλα, που είχε τα πιο εκφραστικά μπλε μάτια, το πιο φωτεινό χαμόγελο και τα πιο λεπτά και μακριά δάκτυλα που είχε αγγίξει ποτέ. Την δική της Αννούλα, που έδινε χρώμα και νόημα στη δύσκολη ζωή της.

Της Άννας, που ποτέ δεν παραπονέθηκε για όσα πέρναγε, φοβόταν μόνο μην τα περάσουν κι άλλα παιδιά γιατί ήταν άδικο.

Της Άννας, που ήξερε να χαίρεται γι’ αυτά που έχει και ποτέ δεν στενοχωριόταν για όσα έχασε, κι ας είχε χάσει οριστικά τα μακριά, καστανά μαλλιά της από τις ακτινοβολίες, κι ας είχε τρομερή δυσκολία στην κίνηση, γιατί η κορτιζόνη επηρέασε καταστροφικά τα οστά της, κι ας μην μπορούσε να αναπνεύσει καλά, γιατί οι βαριές και επαναλαμβανόμενες χημειοθεραπείες είχαν σαν παρενέργεια αυτή την περίεργη πνευμονοπάθεια.

Της Αννούλας, που όταν αισθανόταν δίπλα της την Μαρία, μπορούσε να χαμογελά κι ας πόναγε. Μπορούσε να της λέει τρυφερά και σχεδόν τραγουδιστά :

        “Μαμά, θα παίξουμε;”

        Και καθόταν δίπλα της η Μαρία και πάντα έβρισκε κάτι να κάνουν, έστω για λίγο. Όσο το επέτρεπαν οι λιγοστές δυνάμεις του μικρού της άγγελου. Έπειτα… καθώς η Άννα γύριζε  αποκαμωμένη στο πλάι και έκλεινε τα μάτια, η Μαρία έγερνε δίπλα της. Έκανε το σώμα της φωλιά, αγκάλιαζε ολόκληρο το αποστεωμένο κορμάκι... ίσα που άγγιζε τα χείλη της στο μικρό κεφαλάκι και κει, σ’ αυτή τη στάση, μπορούσε επιτέλους να κοιμηθεί. Να κοιμηθεί ήρεμα. Ακουμπώντας το χέρι της στο ταλαιπωρημένο στήθος του παιδιού, την νανούριζαν οι αχνοί χτύποι της κουρασμένης καρδούλας του.

        Μόνο σ’ αυτή τη θέση μπορούσε να ηρεμήσει η Μαρία. Είχε την ψευδαίσθηση, ότι έτσι όπως ήταν κουλουριασμένη, γύρω από τη μικρή της Άννα, είχε την δύναμη να την προστατεύσει. Μπορούσε να πείσει τον Ανίκητο να κάνει ένα βήμα πίσω. Να την αφήσει λίγο ακόμα. Έκλεινε τα μάτια και ονειρευόταν την Άννα της μεγάλη… Μεγάλη, όμορφη και τελείως καλά. Κάποιος της είχε πει κάποτε ότι μόνο οι θετικές σκέψεις φέρνουν καλά αποτελέσματα, ότι αυτό που φοβάσαι, αυτό προκαλείς και αυτό παθαίνεις τελικά. Σ’ αυτή τη στάση η Μαρία μπορούσε να μη σκέπτεται τίποτα κακό για το παιδί της. Φοβόταν... Φοβόταν πολύ, αλλά μπορούσε να μη σκέπτεται.

        Όσες φορές κι αν είχε σκεφτεί το θάνατο της Άννας, η Μαρία, κατέληγε πάντα στο ίδιο συμπέρασμα. Όχι λογικά... ποτέ δεν κατάφερε να τον βάλει σε μια λογική βάση, ποτέ λογικά... Πάντα εντελώς συναισθηματικά και με άξονα την απέραντη αγάπη της γι’ αυτήν, είχε αποφασίσει ότι θα στεκόταν δίπλα της μέχρι την τελευταία της στιγμή. Ήξερε ότι θα έμενε κοντά στην Αννούλα της μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Αυτή θα της κράταγε το χέρι και θα της χάιδευε το κεφάλι για να μη φοβάται. Η Άννα της, δεν θα ήταν μέσα σε ένα ψυχρό δωμάτιο νοσοκομείου, περιτριγυρισμένη από άγνωστους ανθρώπους και συνδεδεμένη με χιλιάδες μηχανήματα, όταν θα ερχόταν η μεγάλη ώρα. Όχι... Όχι... Η δική της η Άννα, είχε δικαίωμα σε έναν αξιοπρεπή θάνατο, είχε δικαίωμα να είναι στο σπίτι της, που τόσο αγαπούσε και τόσο της είχε λείψει, λόγω των μακροχρόνιων εισαγωγών στο νοσοκομείο. Άλλωστε, γνώριζε πολύ καλά η Μαρία, ότι η Άννα  είχε κουραστεί από τα νοσοκομεία, τα φάρμακα, τις εξετάσεις, τα είχε σιχαθεί όλα αυτά. Με κάθε κόστος, ήθελε να είναι στο σπίτι της, στο χώρο της, στην αγκαλιά της μαμάς της. Αυτό ήθελε, αυτό ζητούσε και κει μόνο ένοιωθε ασφάλεια. Όχι... η Άννουλα της θα έφευγε χωρίς φόβο, κοντά στους ανθρώπους που την αγαπούσαν. Η Άννα, έπρεπε να έχει ένα, όσο το δυνατόν, πιο ανώδυνο πέρασμα στην αθανασία.

        Την τρόμαζαν όλα αυτά την Μαρία, την έκαναν να τρέμει. Κάτι τέτοιες σκέψεις της έκλεβαν τον ύπνο της τα βράδια και δεν την άφηναν να ηρεμήσει την ημέρα. Όσο όμως κι αν παιδευόταν η Μαρία, όσο και αν φοβόταν μήπως δειλιάσει την τελευταία στιγμή, έδειχνε αποφασισμένη να σταθεί δίπλα στην Άννα της, όταν θα ερχόταν η “Μεγάλη Ώρα”. Και δεν σκέφτηκε ποτέ τον εαυτό της, η Άννα έπρεπε να αισθάνεται όσο γινόταν καλύτερα... και μετά αυτή… ας πονούσε και μετά αυτή… ας χανόταν… το “μετά” τής ήταν εντελώς αδιάφορο. Ζούσε για ένα απόλυτο και βασανιστικό τώρα.

        Η φράση: “Όταν θα έρθει η Μεγάλη Ώρα¨, γύριζε πάντα μέσα στο μυαλό της Μαρίας. Ήταν πάντα εκεί, άλλοτε έντονη, σαν χτύπημα από τσεκούρι πάνω σε γέρικο δέντρο και άλλοτε θαμπή, σαν παλιός καθρέφτης γεμάτος ατμούς. Άλλοτε σαν τρομακτικό ουρλιαχτό που έσχιζε την καρδιά της στα δύο και άλλοτε σαν σιγανό μουρμούρισμα, που τη συντρόφευε ότι και αν έκανε. Πότε την πονούσε αφόρητα, σαν να έσφιγγε μια μέγκενη το κεφάλι της και πότε απλά υπήρχε, έτσι παρατημένη σε μιαν άκρη.

        "Όταν θα έρθει η Μεγάλη ¨Ωρα¨. Αυτή η πρόταση ήταν τόσο ξεκάθαρη και τόσο ασαφής συγχρόνως. Παραδόξως ποτέ δεν την παρέπεμπε στο τώρα, τής φαινόταν περισσότερο σαν μία αναφορά στο μέλλον. Σε ένα μακρινό και ίσως άπιαστο μέλλον... Τη φόβιζε, της καταδυνάστευε την ζωή, αλλά ποτέ δεν της μιλούσε για σήμερα, ποτέ δεν αναφερόταν στο παρόν. Το “όταν θα έρθει η Μεγάλη  Ώρα”, ήταν για την Μαρία, ασυνείδητα, ένα αόριστο και μακρινό μέλλον. Έτσι έμαθε να ζει η Μαρία με το φόβο του θανάτου, ενός θανάτου που θα ερχόταν κάποτε... ίσως αύριο... αλλά όχι τώρα.

        Κυριακή βράδυ ξεκίνησε η επιδείνωση του παιδιού. Στην αρχή ήταν μόνο μικροί αναστεναγμοί και κάποια ανεπαίσθητα βογγητά, δείγμα ότι η Άννα είχε αρχίσει να νοιώθει δυσφορία. Ύστερα, η αναπνοή της έγινε πιο αργή και πιο βαριά.  Δεν πείνασε, δεν έφαγε και με δυσκολία κατάφερε να κοιμηθεί τα ξημερώματα στην αγκαλιά της Μαρίας, που δεν την άφησε λεπτό μόνη. Μέχρι το βράδυ της Δευτέρας, οι αισθήσεις της, είχαν αρχίσει να ατονούν. Η Μαρία διαμόρφωσε το σαλόνι κατάλληλα και μετέφερε τη μικρή της εκεί. Δεν ήθελε η Αννούλα της να περνά τις δύσκολες αυτές ώρες στο στενό παιδικό δωμάτιο.

        Αυτήν τη συγκεκριμένη κατάσταση την είχε ζήσει άπειρες φορές η Μαρία. Είχε μεγάλη πείρα στο να αντιμετωπίζει τις κρίσεις της κόρης της. Η συνηθισμένη αντίδραση ήταν να πάρει τηλέφωνο στο νοσοκομείο, να μιλήσει με τον εφημερεύοντα στο τμήμα γιατρό και κατόπιν να ετοιμάσει την τσάντα για την επικείμενη εισαγωγή. Όλα αυτά της είχαν γίνει δεύτερη φύση. Όμως ποτέ δεν τα συνήθισε... ποτέ! Πάντα έτρεμαν τα χέρια της από την ταραχή, όταν έβλεπε άσχημα την Άννα της, πάντα η φωνή της έσπαγε από την συγκίνηση, όταν μιλούσε με τον γιατρό και πάντα με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά της, όταν πάλευε να κρύψει το φόβο της.

        Αυτή τη φορά, όμως, όχι!!! Η Μαρία δεν αντέδρασε έτσι. Είχε μια αφύσικη ηρεμία στο πρόσωπό της και όλες οι κινήσεις της, απέπνεαν τη σιγουριά του ανθρώπου που είναι αποφασισμένος και ξέρει ακριβώς τι πρέπει να κάνει. Για πρώτη φορά έδωσε το δικαίωμα στη δεκατριάχρονη κόρη της να αποφασίσει. Και η απόφαση της μικρής ήταν σκληρή και απόλυτη.

        “Όχι, δεν θέλω να πάω στο νοσοκομείο. Όχι, μανούλα μου, θέλω να μείνω εδώ. Έτσι κι’ αλλιώς, δεν μπορούν να με κάνουν καλά, βαρέθηκα.”

        Και η Μαρία αποδέχθηκε την απόφαση της. Δεν έφερε καμία αντίρρηση. Δεν προσπάθησε να την μεταπείσει. Δεν άσκησε κανενός είδους εξουσία επάνω της. Απλά δέχθηκε την απόφασή της. Το έβλεπε στα μάτια της Άννας ότι είχε πια κουραστεί. Είχε την αίσθηση ότι δεν άντεχε πια να παλεύει. Δεν μπορούσε να κρατηθεί πλέον σε μία ζωή… χωρίς ζωή. Κάτι την έσπρωχνε μέσα της την Μαρία να αφήσει την κόρη της ελεύθερη, να σταματήσει να προσπαθεί να τη σώσει. Η Άννα είχε πάρει έναν άλλο δρόμο και κείνη δεν μπορούσε να την ακολουθήσει, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να μείνει εκεί… δίπλα της… να της κρατά το χέρι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να της δείξει για μια ακόμα φορά πόσο πολύ την αγαπά και να τη βοηθήσει να κλείσει όσο πιο ανώδυνα γινόταν τον μικρό κύκλο της ζωής της.

        Και όλα αυτά η Μαρία δεν τα σκεφτόταν, δεν γύρναγαν ασταμάτητα μέσα στο μυαλό της, τα ζούσε, κυλούσαν στο κορμί της σαν το αίμα της, ήταν καταγεγραμμένα σαν αρχέγονη μνήμη στα κύτταρά της, όμως δεν τα σκεπτόταν, δεν την βασάνιζαν, δεν την είχαν βάλει στη διαδικασία της σωστής ή της λάθος απόφασης.        

        Είναι απίστευτες οι δυνάμεις που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος.  Είναι αδιανόητο πόση ηρεμία και νηφαλιότητα μπορεί να έχει κάποιος όταν αντιμετωπίζει τους χειρότερους  φόβους του. Τη στιγμή που τους κοιτά ίσια στα μάτια, τότε… όλη η απελπισία χάνεται, τότε… τα θα… τα πρέπει… τα ίσως… εξαφανίζονται. Ακόμα και τα δάκρυα, δεν τολμούν να κυλήσουν ούτε στα πιο ευαίσθητα μάτια. Είναι η στιγμή που ο φόβος γίνεται ζωή, πραγματική ζωή και συ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο παρά να αφεθείς… να αισθανθείς… να καταρρεύσεις… να διαλυθείς. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο πάρα μόνο να αποδεχθείς, να ζήσεις απόλυτα και χωρίς ελπίδα διαφυγής, αυτό που τόσα χρόνια προσπαθούσες να αποφύγεις.

        Η Μαρία λοιπόν, ζούσε τον δικό της εφιάλτη, είχε βυθιστεί στη δική της μοναδική φρίκη. Ένοιωθε σαν να είχε μπει σε μιαν άλλη διάσταση, όλα τώρα γινόντουσαν πιο αργά και ο χρόνος έδειχνε να μη μετρά με τον συνηθισμένο του τρόπο. Είχε την αίσθηση ότι ο αέρας ήταν πιο πυκνός, πιο σταθερός. Σαν να την είχαν κλείσει σε ένα βάζο με ζελέ, που κράταγε το μυαλό και το κορμί της εντελώς μουδιασμένο. Λες και ένα θολό γυαλί είχε μπει ανάμεσα σ’ αυτήν και την πραγματικότητα που τόσο πολύ φοβόταν. Δεν είχε αγωνία, δεν ήταν απελπισμένη, ήθελε μόνο η Άννα της να μην φοβηθεί, να μην τρομάξει, να μην κλάψει, να μην ταραχτεί. Η Μαρία ήθελε μόνο το καλύτερο για την Άννα της. Όλα αυτά τα ήξερε πλέον από ένστικτο, μπορεί να τα είχε σκεφτεί εκατομμύρια φορές στο παρελθόν, αλλά τώρα λειτουργούσε μόνο από ένστικτό, τής ήταν αδύνατον να σκεφτεί ο,τιδήποτε.

        Ο γιατρός που ήρθε στο σπίτι και εξέτασε τη μικρούλα την Τετάρτη το βράδυ, είπε ότι το παιδί είναι σε κώμα, ότι δεν έχει καμία επαφή με το περιβάλλον και από την γενική εικόνα της συμπέρανε ότι είναι θέμα χρόνου να “φύγει”. Η Μαρία τον κοίταγε λες και είχε έρθει από άλλο πλανήτη. Άκουσε όσα της είπε αλλά δεν κατάλαβε και πολλά. Τι θέμα χρόνου; τι δεν έχει επαφή με το περιβάλλον; ποιος είναι σε κώμα; Χαζομάρες! η Άννα της  καταλάβαινε τα πάντα και αντιδρούσε σε ότι της έκανε ή της έλεγε. Έβγαζε μικρούς αναστεναγμούς ανακούφισης όταν της έτριβε την πλάτη και τα πόδια, έμοιαζε σαν να χαμογελά όταν της τραγουδούσε και την κανάκευε, πολλές φορές μάλιστα η Μαρία αισθανόταν μια μικρή απαλή κίνηση, σαν χάδι, όταν της κράταγε το χεράκι και προσευχόταν. Όχι! Ήταν σίγουρη, η Άννα της δεν είχε κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο μας. Η Άννα ήταν εδώ, απλά αυτή η κρίση ήταν πιο δυνατή και λίγο πιο έντονη από τις άλλες φορές.

        Προσπαθούσε η Μαρία να πείσει τον εαυτό της, ότι αυτό που ζούσε δεν ήταν το τέλος. Προσπαθούσε να πιστέψει, πως όπως όλες τις άλλες φορές, κάτι θα γινόταν, ένα μικρό ή ένα μεγάλο θαύμα και η Άννα της θα ξεπερνούσε και αυτή τη δύσκολη για την ζωή της φάση.

        Την Πέμπτη το βράδυ η Μαρία δεν κοιμήθηκε ούτε ένα λεπτό. Ήταν μια πολύ άσχημη νύχτα για την Άννα της. Ό, τι κι αν έκανε τίποτα δεν ανακούφιζε το μικρό κορίτσι από τη δυσφορία και τους πόνους. Ευτυχώς τα πράγματα δεν ήταν τόσο φρικτά, όσο τα είχαν παρουσιάσει οι γιατροί. Κάποια στιγμή κοντά στα ξημερώματα, η Μαρία  θυμήθηκε τη μάνα της και την ιστορία που της είχε πει, ότι η ψυχή βασανίζεται και δεν μπορεί να “φύγει”, όταν υπάρχει καθρέφτης στο ίδιο χώρο. Με αργές κινήσεις σαν ρομπότ, απομακρύνθηκε από τη μικρή. Κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρά της και σε λίγο επέστρεψε με ένα μεγάλο άσπρο σεντόνι στα χέρια.  Σκέπασε τον καθρέφτη που υπήρχε στην είσοδο του δωματίου, έφτιαξε καφέ και για πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες άναψε τσιγάρο. Κάθισε δίπλα στην κόρη της, την χάιδεψε, την φίλησε απαλά στο μέτωπο και της κράτησε το χεράκι. Δεν είχε την αίσθηση του χρόνου,  ένοιωθε όμως ήρεμη και γεμάτη, μέσα στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε στο σπίτι. Ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν, ήταν ο ρυθμικός ήχος της συσκευής οξυγόνου, που υποστήριζε την αναπνοή της Άννας. Της τραγούδησε παιδικά τραγουδάκια, προσευχήθηκε με όλη την δύναμη της ψυχής της και κάπου κοντά στο μεσημέρι της Παρασκευής, κοίταξε έξω από την μεγάλη μπαλκονόπορτα του σαλονιού. Ο ουρανός ήταν μουντός, ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από κάτι τεράστια γκρίζα σύννεφα, έτσι χαμένη όπως ένοιωθε συνειδητοποίησε, ότι είχαν αρχίσει να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες.

        Δεν ξέρω αν η Μαρία θεώρησε αυτή την βροχή σαν συμπαράσταση του Θεού στον πόνο της. Δεν ξέρω αν την είδε σαν σημάδι ότι όλα έχουν τελειώσει. Το μόνο που ξέρω είναι, ότι χωρίς ένα δάκρυ στα μάτια της, χωρίς να είναι απελπισμένη, χωρίς να τρέμει και με δίχως αγωνία, έσκυψε πάνω από το μικρό κορίτσι και του ψιθύρισε τρυφερά:

        “Γιατί βασανίζεσαι αγάπη μου; γιατί κρατιέσαι πίσω;

μη φοβάσαι για μένα… θα τα καταφέρω…

εσύ είσαι ελεύθερη τώρα… μπορείς να πετάξεις στον ουρανό.

        Σ’ αγαπάω τόσο πολύ…

αλλά εσύ είσαι ελεύθερη… Φύγε!!!”

        Πριν καλά- καλά η Μαρία τελειώσει την φράση της, στο άκουσμα της λέξης “φύγε”, ένας ανεπαίσθητος αναστεναγμός βγήκε από τα χείλη του παιδιού και η συσκευή οξυγόνου σταμάτησε να κάνει εκείνο το ρυθμικό ήχο, σημάδι ότι η Άννα, έστω και με δυσκολία ανέπνεε. Η Μαρία έμεινε για λίγο ακόμα στην ίδια θέση παγωμένη, κοιτάζοντας το άψυχο κορμάκι. Ήταν τόσο όμορφη και τόσο ήρεμη η Άννα της. Σήκωσε το χέρι της αργά  και με μια απαλή κίνηση σαν τελευταίο χάδι, της έκλεισε τα μάτια. Τότε ήταν που παρατήρησε κάτι σαν ζεστό αέρα, σαν αύρα, που έμοιαζε να βγαίνει από το κεφαλάκι του παιδιού. Δεν μπόρεσε να καταλάβει πόση ώρα παρακολουθούσε αυτό το φαινόμενο, μα κάποια στιγμή τελείωσε.

        Μην έχοντας δύναμη να φωνάξει, να κλάψει, να ουρλιάξει από τον πόνο, η Μαρία σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, ένοιωθε το στόμα της τελείως στεγνό, ήθελε απεγνωσμένα ένα ποτήρι νερό. Σε μια κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μην έχοντας επίγνωση για το τι ακριβώς την περιβάλει,  έπιασε ένα ποτήρι από το ντουλάπι και άνοιξε την βρύση. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ήταν που συνέβη το πιο περίεργο γεγονός. Αισθάνθηκε κάτι να την ακουμπά, κάτι που ποτέ πριν δεν είχε νοιώσει. Αυτή την αίσθηση δεν την αναγνώριζε. Πίσω στη βάση του λαιμού της, ένοιωσε την επαφή από κάτι που αργότερα το χαρακτήρισε συμπαγή και σταθερό αέρα, κάτι σαν μπάλα γεμάτη ενέργεια, κάτι στρογγυλό και απροσδιόριστο. Είχε την αίσθηση ότι κάποιος την φίλησε απαλά και γλυκά, λίγο πιο κάτω από το αυτί, προς την πλάτη..

        Δεν τρόμαξε, έμεινε όμως εκεί, να στέκεται ακίνητη, κρατούσε ακόμα και την αναπνοή της, σε μια προσπάθεια να μην εξαφανιστεί αυτό το κάτι που την άγγιζε τόσο τρυφερά και εξώκοσμα. Ένοιωθε μια γλυκιά ταραχή. Το σώμα της το διαπέρασε μια πρωτόγνωρη ανατριχίλα, τα πόδια της έτρεμαν. Τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που η Μαρία είχε αυτή την αίσθηση, τής φάνηκαν αιώνες. Τελικά έκανε δυο βήματα και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπό της και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Και αυτά τα δάκρυα, δεν ήταν δάκρυα απόγνωσης, για τις τραγικές στιγμές που είχε ζήσει αυτά τα εννέα χρόνια και ακόμα περισσότερο την τελευταία εβδομάδα. Κάθε άλλο! Αυτά  ήταν δάκρυα ανακούφισης...δάκρυα λύτρωσης...αλλά όχι απελπισίας.

         Εκείνη τη στιγμή, με εκείνο το εξωπραγματικό άγγιγμα, η Μαρία ένοιωσε ότι τίποτα δεν μπορούσε να την χωρίσει οριστικά από το παιδί της. Κατάλαβε… ότι τίποτα δεν ήταν ικανό να κόψει κάθε δεσμό που την ένωνε με την Αννούλα της, ούτε ακόμα και αυτός ο πανίσχυρος Θάνατος.

        Εκείνη τη στιγμή η Μαρία συνειδητοποίησε, έτσι απλά, εντελώς αυτόματα, σε μια διαδικασία που οι άλλοι ονομάζουν επιφοίτηση ή ενόραση ή ύψιστη κατανόηση της ζωής και του θανάτου ή κι εγώ δεν ξέρω πώς ακριβώς να το ονομάσω, ότι αυτό σίγουρα δεν ήταν το τέλος στην επαφή και τη σχέση της με την Άννα της, αλλά μια καινούργια αρχή, με νέες παραμέτρους και άγνωστα σ’ αυτήν  προς το παρόν δεδομένα.

        Την πλημμύρισε η αίσθηση ότι η Άννα της ήταν στο κορμί της, στο μυαλό της, στην ψυχή της. Ένοιωσε απόλυτα και καταλυτικά ότι το παιδί της ήταν εκεί, μέσα της, γύρω της, δίπλα της, παντού και σκέφτηκε… ότι άσχετα με την υπόσταση, τις ψυχές που είναι φτιαγμένες να ζουν ενωμένες, τίποτα δεν είναι ικανό, να τις χωρίσει για πάντα.

        Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της, σηκώθηκε και ήρεμη ξάπλωσε δίπλα στην Άννα της…

        Σίγουρη πια, πως αυτό δεν ήταν το τέλος. _

        



                      Μεταξία.


2 σχόλια:

  1. είναι αυτό που στον υπότιτλο περιέγραψες: συγκλονιστικό!!!!!!

    είμαι στη δουλειά μα πως, παρεούλα, να συγκρατήσω τα δάκρυά μου;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ούτε εγώ μπορώ να τα συγκρατήσω κάθε φορά που το διαβάζω Βίκυ!...

      Διαγραφή