Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

O ΝΑΥΑΓΟΣ




Όταν ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, είχε κοπάσει πια η φοβερή χιονοθύελλα, κι ένας λαμπρός ήλιος μεσουρανούσε. Αυτό τού έδωσε λίγο θάρρος, και στο βασανισμένο πρόσωπό του, το λιπόσαρκο, το αξύριστο, το δαρμένο από τον ανελέητο άνεμο και τους κοφτερούς παγοκρυστάλλους, σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Τελικά ίσως δεν είχαν όλα χαθεί…

Τα παλιά και ταλαιπωρημένα του ρούχα είχαν κοκκαλιάσει από την παγερή υγρασία, που είχε τρυπώσει βαθιά ως την ψυχή του. Τα έβγαλε με κόπο, και τ’άπλωσε πάνω στο χιόνι, να στεγνώσουν λίγο στον ήλιο, κι έμεινε γυμνός να λιάζεται, τρέμοντας, λες και μπορούσε έτσι να μετριάσει κάπως τη φοβερή παγωνιά, που του περόνιαζε ολόκληρη την ύπαρξη.


Ξαφνικά, άκουσε με έκπληξη κοριτσίστικα γέλια.

Ήταν μια παρέα όμορφα κορίτσια, που ξεφώνιζαν χαρούμενα παίζοντας με μια μπάλα, λίγο πιο πέρα, δίπλα σ’ένα ρυάκι. Μέσα στην αναστάτωση και την κακουχία του δεν τα είχε προσέξει νωρίτερα. Στη Νύχτα της απελπισίας του έφεξε μια ελπίδα, κι είχε το πρόσωπο εκείνων των ξένοιαστων κοριτσιών. Πώς όμως να τις πλησιάσει, με την τραχιά και ταλαιπωρημένη φάτσα του, με την βρώμικη γύμνια του, χωρίς να τις τρομάξει; Κι όμως, δεν είχε άλλη διέξοδο. Οι κοπέλες αυτές ήταν η μόνη του πιθανή διασύνδεση με τη Ζωή. Έκοψε ένα κλαδί από ένα δέντρο και κάλυφθηκε όπως όπως. Και τις πλησίασε.

Βλέποντάς τον όμως ξαφνικά μπροστά τους, οι κοπέλες κατατρόμαξαν, και σκόρπισαν τρέχοντας μακριά. Όλες, εκτός από μία: η πιο όμορφη και πιο καλοντυμένη απ’όλες, παρέμεινε ατάραχη στη θέση της, κι άκουσε μ’ ενδιαφέρον και κατανόηση την ευγενική του έκκλησή για βοήθεια.

«Καλωσόρισες Ξένε στη Χώρα μου», τού είπε, όταν εκείνος έπαψε να μιλά. «Σίγουρα κουβαλάς πολλά κρίματα πάνω σου, για να σε πετούν έτσι οι Θεοί, ολόγυμνο και καταπονημένο, σαν κυνηγημένο αγρίμι, σε ξένη γη. Είναι όμως το θέλημά τους να σε υποδεχτώ στη φιλόξενη χώρα μου, και να σε οδηγήσω στο φιλόξενο σπίτι μου και στους δικούς μου, για να σε περιθάλψουμε και ν’ απαλύνουμε τη σκληρή σου Μοίρα».

Είπε, και τού 'δωσε καθαρά όμορφα ρούχα, κι αποσύρθηκε διακριτικά, αφήνοντάς τον μόνο του να πλυθεί στο ρυάκι, και να περιποιηθεί λίγο τον εαυτό του, και να ξαναγίνει άνθρωπος. Στο μεταξύ, εκείνη μάζεψε τις σκορπισμένες φίλες της, και τις μάλωσε που έτρεξαν να φύγουν στη θέα του Ξένου.

Όταν ο Ξένος πλύθηκε και ντύθηκε καθαρά ρούχα, η μορφή του έλαμψε. Έμοιαζε άλλος άνθρωπος, αρχοντικός, σχεδόν θεϊκός, καμμία σχέση δεν είχε με τον εξαθλιωμένο Ναυαγό του πριν. Δεν δέχτηκε όμως ν’ ακολουθήσει την κοπέλα «στο φιλόξενο σπίτι της», όπως εκείνη επίμονα τον παρότρυνε, κι αυτό για να μην την εκθέσει. Περίμενε να φύγει η παρέα, και πήρε μετά μόνος του το Δρόμο για τη Σωτηρία.

….

Το τραπέζι ήταν στρωμένο με όλα τα καλά του κόσμου. Ο Οικοδεσπότης και η Οικοδέσποινα έλαμπαν από Αρχοντιά και Καλοσύνη, κι ακόμα περισσότερο έλαμπε η κόρη τους η Ναυσικά, η Βασιλοπούλα με την εξώκοσμη Ομορφιά, η σωτήρας του. Έλαμπε κι εκείνος, ο Ξένος, από Νιάτα, Αρχοντιά, και Πνεύμα.

Γέλασε. «Όχι, δεν είμαι Θεός, δεν σάς δοκιμάζω», τους απάντησε. «Άνθρωπος είμαι. Και μάλιστα άνθρωπος βασανισμένος, και πονεμένος όσο κανένας από τους ανθρώπους που γνωρίζετε…». Και ξεκίνησε να τους διηγείται την φοβερή του ιστορία.

Έκανε όμως πολύ κρύο μέσα στο Παλάτι του Αλκίνοου. Κι όσο προχωρούσε τη διήγησή του, τόσο το κρύο δυνάμωνε, και τον πάγωνε, και τον μούδιαζε, και τον εξαντλούσε. Παράξενο, σκέφτηκε, ένα τόσο πλούσιο Παλάτι, να είναι τόσο κρύο…. Και σκοτεινό... Τόσο σκοτεινό…. Όλο και πιο σκοτεινό...

....
….
....

Ο Συνοριοφύλακας έκλεισε την πλαστική σακούλα με το παγωμένο πτώμα. Ήταν το τέταρτο μέσα σε μια βδομάδα. Η βαρυχειμωνιά δεν ευνοούσε τους απελπισμένους Ξένους που προσπαθούσαν να διασχίσουν τα Σύνορα, και να εισέλθουν παράνομα στην Επικράτεια, αναζητώντας μιαν ευκαιρία να επιβιώσουν. Νέοι οι περισσότεροι, όπως αυτός εδώ, ένα όμορφο νέο παιδί… Στην ηλικία του σχεδόν. Το στομάχι του σφίχτηκε στη σκέψη πως θα μπορούσε να ήταν στη θέση του. «Τί θέλουν κι αυτοί και περνάνε παράνομα τα σύνορά μας!», σκέφτηκε με ψεύτικο θυμό, για να ξορκίσει λες τον τρόμο που ένιωθε.

Ανυπομονούσε να τελειώνει με το μακάβριο εύρημα, για να τρέξει να τα πιεί στην φτωχική ταβέρνα του ακριτικού χωριού- πεντέξι τσίπουρα ίσως τον βοηθούσαν λίγο να ξεχάσει.

Ίσως.

μ

Μιλτιάδης Θαλασσινός (Μαύρος Γάτος)


Αναδημοσίευση από το blog Μαύρος Γάτος:
http://mavrosgatos.blogspot.com/2010/12/o.html

2 σχόλια:

  1. μ

    Ίσως...
    δε θελω να ξεχασω...
    ουτε να ζεσταθω τεχνιτά με αλκοόλ....

    θελω μονο να χαθώ μεσα στο τοπίο της εικονας που συνοδευει το κειμενο..
    εκι..
    κατω από το στρωμα του αφρισμενου κυματος..

    εκει.....

    καληνύχτα.......

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ένας Μαύρος Γάτος Ναυαγός στις Μαύρες σελίδες της Στιχο-Μυθίας..

    Ο Μαύρος Γάτος (κατά κόσμον Μιλτιάδης Θαλασσινός) μας συστήνεται (σε όσους δεν τον ξέρουν) με μία βαθειά ανθρώπινη, σύγχρονη διασκευή της συνάντησης Ναυσικάς και Οδυσσέα από την Οδύσσεια..

    Θα ακολουθήσει σίγουρα συνέχεια γιατί ο Μιλτιάδης είναι πολυγραφότατος και πολυτάλαντος..

    Όποιος δεν έχει επισκεφτεί τον Μαύρο Γάτο καλείται να το κάνει άμεσα.. Πολύ γεμάτο blog..:
    http://mavrosgatos.blogspot.com/

    ΑπάντησηΔιαγραφή