Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διπλάρη Χρυσούλα - Διηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διπλάρη Χρυσούλα - Διηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΤΑΜΠΟΥ-ΡΙΑΣ

Μία Στιχάρπαστη σε νέες αφηγηματικές περιπέτειες...
Το νέο βιβλίο της ακριβής μας Χρυσούλας! Καλοτάξιδο!...

Φωτογραφία της Χρυσούλα Διπλάρη.
Όταν πρωτοδιάβασα τις «ΑΟΡΑΤΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» του Ίταλο Καλβίνο, ζήλεψα. «Τι καταπληκτικά μέρη», σκέφτηκα «και πόσο εντυπωσιακά τα ονόματά τους….» Ονόματα που παρασέρνουν το νου σε μαγικούς συνειρμούς κι ονειρικά ταξίδια… Ενώ η πόλη η δική μου….
Αχ! Η πόλη μου θα ήθελε πολύ να είναι μια πολιτεία του φανταστικού, που θα δικαίωνε την ύπαρξή της μέσα από θρύλους και παραμύθια. Δυστυχώς για την ίδια και τους κατοίκους της, είναι πιο πραγματική κι απ’ την πιο τρομαχτική πραγματικότητα. Είναι μια πόλη της ομίχλης, που σε στραγγαλίζει γλυκά στην αγκαλιά των πολλών μικρόκοσμών της. Οι κάτοικοι είναι μόνιμα κατσουφιασμένοι, λες και το γάλα που βυζάξανε από τις μανάδες τους ήτανε ξινισμένο κι αυτή η ξινίλα, όντας το πρώτο απ’ τα πολλά τους τραύματα, αποτυπώθηκε για πάντα στα πρόσωπά τους…
Ωστόσο… περπατώντας στους γυμνούς και σκονισμένους της δρόμους, βρίσκεις που και που κάτι πλατείες μυστικές, σαν όστρακα που κρύβουν μέσα τους μαργαριτάρια…. κι αν καμιά φορά μερικοί από μας ξεχαστούμε κι αφήσουμε το μέσα μας να γλυκάνει, τότε παύουμε να είμαστε ψείρες στου θεού τα γένια και γινόμαστε Ποιητές … και ποιούμε την πόλη απ’ την αρχή, και τη βαφτίζουμε με ονόματα που κρύβουν μέσα τους κουράγιο και δύναμη και φαντασία!
Έτσι λοιπόν κι εγώ, την βάφτισα την Πόλη μου Ταμπου-Ρία, μ’ ένα Ταμπου που θυμίζει ταμπούρλο που βαράει δυνατά και μας ξεσηκώνει και μ’ εκείνο το Ρο που ρέει και κυλάει με ορμή μπροστά, και ξεπερνάει τη στασιμότητα του βάλτου.
Όσο για μένα…. Παίρνω τους δρόμους και σας καλώ να βαδίσετε μαζί μου. Γιατί βαδίζοντας θα γνωρίσετε την Ταμπου-Ρία. Και γνωρίζοντας την Ταμπου-Ρία, θα γνωρίσετε και τον εαυτό σας. Γιατί η Πόλη, είναι οι Άνθρωποι που την κατοικούν…


ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΔΙΠΛΑΡΗ
ΑΠΡΙΛΗΣ 2017

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΜΑΓ(ΕΙΡ)ΙΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ

Μικρές δόσεις από τις (πεντανόστιμες) Μαγ(ειρ)ικές Ιστορίες της αγαπημένης φίλης Χρυσούλας Διπλάρη, που μαγεύουν χωρίς να παχαίνουν! Στο τέλος του βιβλίου θέλεις κι άλλο!...
Αποτέλεσμα εικόνας για Μαγειρ(ικ)ές Ιστορίες Χ. Διπλάρη

Η Μάρθα σκάλισε μηχανικά με το πιρούνι της τη μπαγιάτικη πλέον,γλυκόξινη σάλτσα που συνόδευε τα ψητά λαχανικά.Πόση ώρα ήταν εκεί μόνη της και σκάλιζε τα ζαρζαβατικά, δεν ήξερε να πει. Νόμιζε χρόνια τώρα, μια ολόκληρη ζωή, άλλο δεν έκανε παρά να κάθεται εκεί και να σκαλίζει πεθαμένα λαχανικά. Ίσως κι αυτή να ήταν πεθαμένη κι αυτό να ήταν το καθαρτήριό της.
   Το ψητό κρέας αριστερά της σαλάτας, πεθαμένο κι αυτό, κολυμπούσε σε ένα λιγδιασμένο ζελέ, που κάποτε ήταν η περίφημη σάλτσα της, ειδική για ψητά κρέατα, ''ικανή να απογειώσει γευστικά και τα πιο άνοστα'', όπως υποσχόταν η συνταγή της.
    Αυτό το νεκρό σκηνικό, αφηγούνταν μια ιστορία. Την ιστορία του επίσης νεκρού γάμου της. Και τώρα εκείνη έπρεπε να κάνει την κηδεία! Αλλά...δεν μπορούσε να κλάψει! Ήταν πολύ μουδιασμένη για κλάψει. Μήπως θα'ταν καλύτερα να μεθύσει; Δεν είχε μεθύσει ποτέ στη ζωή της. Ε! Ευκαιρία ήτανε! Τι διάολο; Αν δεν μεθύσει κανείς κι όταν χωρίζει, τότε...πότε;Τράβηξε το κρασί κοντά της κι ήπιε κατευθείαν απ'το μπουκάλι...
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ''Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΣΑΛΤΣΑΣ''

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

ΤΟ ΠΑΓΩΤΟ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝ


Πριν ξεκινήσετε να το διαβάζετε, βεβαιωθείτε πως υπάρχει παγωτό στο ψυγείο...

Θα το ζητάτε...


-Σ' αρέσουν τα καινούρια σου παπούτσια Σωσώκα ; ρώτησε ο μπαμπάς μου λάμποντας από περηφάνια . Κοίταξα έκθαμβη στον πάγκο . Εκεί , στη μέση , ανάμεσα στα σουβλιά , τις λίμες , τα καλαπόδια , τους κερόσπαγκους και τα κομμένα πετσιά , έλαμπε σαν πολύτιμο πετράδι ,ένα ζευγάρι χρυσά πεδιλάκια . Πλησίασα μαγεμένη τον πάγκο και τα κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό . Δεν τολμούσα να τ' αγγίξω , νόμιζα πως αν απλώσω το χέρι μου πάνω τους , εκείνα θα διαλυθούν , σαν όνειρο . Τότε ο μπαμπάς μου με σήκωσε και με κάθισε στην καρέκλα . Σκούπισε τα σκονισμένα μου πόδια και μου τα φόρεσε . -Ορίστε ! Τώρα είσαι αληθινή πριγκίπισσα ! Είπε . Κι εγώ τον αγκάλιασα πολύ σφιχτά και του είπα : -Μπαμπακούλη μου είσαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου ! Κι έτρεξα να δείξω τα χρυσά μου σανδάλια στις φίλες μου , που ζηλεύανε γιατί οι δικοί τους μπαμπάδες δεν ξέρανε να φτιάχνουν χρυσά πεδιλάκια , ούτε άλλα παπούτσια , αλλά και τα δικά τους σαν θέλανε διόρθωμα και καινούριες σόλες , στον δικό μου μπαμπά τα φέρνανε να τα φτιάξει γιατί ήταν τσαγκάρης . Ο καλύτερος τσαγκάρης του Πειραιά , όπως έλεγε ο νονός μου , που ήταν ο καλύτερός του φίλος . Το νονό μου τον αγαπάω πολύ , είναι ο πιο όμορφος και ο πιο ψηλός στη γειτονιά κι όλες θέλουν να τον παντρευτούν , κι αυτός γελάει και λέει , κορίτσια λυπάμαι έχω βρει τη γυναίκα της ζωης μου , και με σηκώνει στην αγκαλιά του και με στριφογυρνάει πολύ ώρα κι εγώ ζαλίζομαι , αλλά δε λέω τίποτα , γιατί μ' αρέσει αυτή η ζαλάδα και γιατί δεν θέλω καμμία άλλη να πάρει το νονό μου από μένα . Μόνο μία φορά μου θύμωσε , γιατί είχε πάει στο χωριό να δει τους δικούς του κι όταν γύρισε , εγώ μπροστά σ' όλους , μικρούς και μεγάλους, είπα σοβαρά-σοβαρά : - Βρε καλώς το νονό μου τον ψεύτη. Κι όλοι γέλασαν , τα μάτια του νονού μου όμως σκοτείνιασαν, κι η μαμά καταντροπιασμένη μου έριξε ένα χαστούκι και με πήρε μέσα για ανάκριση . Εγώ δεν καταλάβαινα γιατί έγιναν όλα αυτά και έκλαιγα με λυγμούς . Όταν η Αννούλα μου είπε να το κάνω αυτό , είπε πως θα 'χει πολύ καλαμπούρι και όλοι θα γελάσουμε πολύ και θα περάσουμε πολύ ωραία , αλλά μου είπε ψέματα και όλοι θύμωσαν μαζί μου και το αφτί μου βούιζε απ' το χαστούκι της μαμάς πολύ ώρα κι η μαμά με κλείδωσε μέσα και δε μ' άφησε να βγω να παίξω με τ' άλλα παιδιά στη γειτονιά το απόγευμα . Τους άκουγα από το βάθος της αυλής να τρεχοβολάνε πάνω-κάτω παίζοντας αμπάριζα και κρυφτό , αλλά που να τολμήσω να ξεμυτίσω ! Πήγα κι έκατσα κάτω απ΄ την αμυγδαλιά μας που ήταν φορτωμένη τσάγαλα , αλλά ούτε τσάγαλα ήθελα , ούτε τίποτα , ήθελα μόνο να πέσω στης Λαρίσης το ποτάμι , που το λένε Πηνειό , όπως έλεγε κι αυτός ο τραγουδιστής στο ραδιάκι της Αννούλας της προδότρας ! Μετά λίγο καιρό , ο νονός μου κι η Αννούλα η προδότρα αρραβωνιάστηκαν κι έμαθα πως επίτηδες με είχε βάλει να πω ψεύτη το νονό μου , για να τον τσιγκλίσει , γιατί της είχε τάξει αρραβώνα , αλλά το καθυστερούσε το πράγμα κι αυτή βιαζότανε , μην προλάβει και τον αρπάξει καμμιά άλλη . Έτσι η Αννούλα η προδότρα έγινε νονά μου , αλλά εγώ ποτέ μου δεν τη χώνεψα , κι ας μου 'φερνε το Πάσχα τις πιο όμορφες λαμπάδες και τα πιο όμορφα αυγά , κόκκινα σατέν , με ζωγραφισμένα κοκκοράκια και γεμάτα καραμέλλες και σοκολατάκια . Εγώ ήθελα να της τα πετάξω στα μούτρα αλλά σκεφτόμουνα το βαρύ χέρι της μαμάς και το βουητό στ' αφτί μου κι έλεγα με κατεβασμένα μούτρα “ευχαριστώ” και πήγαινα έξω , ν' ανταλλάξω τις καραμέλλες και τα σοκολατάκια της προδότρας με τσιχλόφουσκες και “λουκουμάκια” , κάτι ζουμερές , κόκκινες καραμέλλες , πασπαλισμένες ζάχαρη . “Τσάρλεστον” τις λέγανε κανονικά , αλλά εμείς “λουκουμάκια” τις ζητάγαμε απ'τον ψιλικατζή το Γιάννη το Σκύλο , που δεν ήταν σκύλος , αλλά κανονικός άνθρωπος . Σκύλο τον λέγανε οι γειτονοπούλες γιατί ήταν άσχημος πολύ και είχε μεγάλα δόντια και καμμιά τους δεν ήθελε να τον πάρει γι' άντρα της . Για μας τα παιδιά όμως , ήταν Θεός , γιατί είχε ό,τι λαχταρούσαμε μέσα σε μεγάλες γυάλες: στραγάλια , τσιχλόφουσκες , μικρές πράσινες μέντες που έκαιγαν στο λαιμό , λουκουμάκια που λιώνανε γλυκά στο στόμα . Και φυσικά , παγωτό ξυλάκι . Μόλις πέρναγε το Πάσχα , μετράγαμε τις μέρες για το καλοκαίρι , να βγούμε έξω στις αλάνες ολημερίς , χωρίς σχολείο και μαθήματα και τ' απογευματάκι , να φάμε παγωτό .