Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Η ΤΖΕΤΖΟ Η ΤΡΕΛΛΗ


Κανείς, μέρα, δεν την έβλεπε την Τζέτζο την τρελλή. Λούφαζε στο ερειπωμένο νεοκλασικό της οδού Υμηττού, απέναντι από την εκκλησία του Αη Νικόλα. Παρέα με ποντίκια, γιατί, ούτε τ΄αδέσποτα σκυλιά δεν μπαίναν στα χαλάσματα. Κι αν κάποιο, τύχαινε να τρυπώσει στα ερείπια, πεταγόταν έξω τρομαγμένο κάποια στιγμή. Γιατί τη Τζέτζο, τίποτα δεν την πλησίαζε. Ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο. Κι όταν τις νύχτες που έβγαινε, τύχαινε κάποιος στο δρόμο της, αν ήταν γείτονας και την γνώριζε, παραμέριζε, ή, άλλαζε δρόμο. Αν όμως ήταν κάποιος, που πρώτη φορά την συναντούσε και την πλησίαζε ανυποψίαστος, τον περιέλουζε με βρισιές και φτυσιές. Κάποιο βράδυ, μια φιλεύσπλαχνη γειτόνισσα, που την άκουσε καθώς περνούσε το δρόμο, κατέβηκε με ένα ταπεράκι στο χέρι, να της το δώσει, να φάει λίγο σπιτικό φαγητό, η κακομοίρα. Στα μούτρα της το ΄φερε η Τζέτζο.
Τ΄όνομα της τρελλής, κανείς δεν το ΄ξερε. Το Τζέτζο, παρατσούκλι της το βγάλανε. Από το τρίξιμο που έκανε το σκουριασμένο καρότσι λαϊκής που έσερνε πίσω της, τις νύχτες που γύριζε στους δρόμους της συνοικίας. Τζζ..τζζ..τζζ..τζζ..Μέσα στην ησυχία της νύχτας, δήλωνε την παρουσία της ανατριχιαστικά. Κάπου, κάπου έβγαζε και μία φωνή, σαν κάποιον να έψαχνε. Τα σκουπίδια από τους κάδους και τα απομεινάρια από την λαϊκή αγορά ήταν η τροφή της. Μ΄αυτά φόρτωνε το καρότσι της και το πρωί χωνόταν στα ερείπια, ίδια με φάντασμα που πήγαινε να βρει τα φαντάσματά του.
Το πρωινό που την χτύπησε το διερχόμενο αυτοκίνητο, όλος ο δρόμος είχε γεμίσει ζαρζαβατικά και σάπια μήλα. Κάποιος αυτόπτης μάρτυρας επέμενε πως μόνη της έπεσε στις ρόδες του αυτοκινήτου, του ανθρώπου. Επέμενε.
Η κηδεία της έγινε στον Αη Νικόλα. Ανέλαβαν οι ιερείς του ναού. Ενορίτισσα, βλέπεις! Εκεί, στην εξώδειο ακολουθία ακούστηκε το όνομά της για πρώτη φορά. Ευτυχία!
Οι λιγοστοί ενορίτες που βρέθηκαν στην κηδεία σκέφτονταν πως έν΄αγκάθι ήταν. Που τους τρύπησε παρ΄όλο που δεν τους άφησε να τ΄αγγίξουν. Και πως και τη ζωή της την ίδια στα μούτρα τους την έφτυσε!!



Η ΤΖΕΤΖΟ Η ΤΡΕΛΛΗ

Αγκάθια το μαλλί,
για ντέφι και βιολί
τον τενεκέ βαρούσε
τις νύχτες που γυρνούσε,
η Τζέτζο η τρελλή.

Τα μήλα τα μωβιά
τα σάπια της φιλιά,
σκουπίδια που κρατούσε,
στα χείλη τ΄ακουμπούσε,
η Τζέτζο η τρελλή.

Έψαχνε η Τζέτζο τις νυχτιές
κι όλο ρωτούσε τις σκιές,
για κάποιο παληκάρι,
για τον δικό της Πάρη.

Θύμωνε η Τζέτζο το πρωί
και στο φεγγάρι πριν χαθεί,
τα μήλα της πετούσε,
τον Πάρη της ζητούσε

Σκαλί για ουρανό
θα βρει ένα πρωινό,
μαζεύει την ψυχή της
κι αδειάζει το κορμί της,
η Τζέτζο η τρελλή.

Τ΄όνομα της τρελλής
δεν τό ΄ξερε κανείς,
το ΄μάθαν στην κηδεία,
τη λέγαν Ευτυχία,
τη Τζέτζο την τρελλή.

ΑΝΑΤΟΛΗ

4 σχόλια:

  1. καλημέρα..καλημέρα..είναι κ α τ α π λ η κ τ ι κ ό...πολλά μπράβο Ανατολή!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. δεν είναι η μόνη Ανατολή που μ' έκανε να δακρύσω...

    τούτη, όμως, με έκανε και να ντραπώ. για μένα... για όλους μας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΛΥΧΝΕ

    με κάλυψες απόλυτα..

    Καλημέρα σε όλους κι όλες..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πρέπει να αισθανόμαστε ντροπή για όλους αυτούς τους ανήμπορους που έχουν κατακλύσει τους δρόμους, αλλά καμιά φορά σκέφτομαι...τα ίδια συναισθήματα προκαλεί μία πρώην πόρνη με μία ξεπεσμένη αρχόντισσα ή ένας αποφυλακισμένος φονιάς με έναν λαθρομετανάστη; Έχει χρώμα η λύπη μας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή