Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

ΤΟ ΠΑΓΩΤΟ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝ


Πριν ξεκινήσετε να το διαβάζετε, βεβαιωθείτε πως υπάρχει παγωτό στο ψυγείο...

Θα το ζητάτε...


-Σ' αρέσουν τα καινούρια σου παπούτσια Σωσώκα ; ρώτησε ο μπαμπάς μου λάμποντας από περηφάνια . Κοίταξα έκθαμβη στον πάγκο . Εκεί , στη μέση , ανάμεσα στα σουβλιά , τις λίμες , τα καλαπόδια , τους κερόσπαγκους και τα κομμένα πετσιά , έλαμπε σαν πολύτιμο πετράδι ,ένα ζευγάρι χρυσά πεδιλάκια . Πλησίασα μαγεμένη τον πάγκο και τα κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό . Δεν τολμούσα να τ' αγγίξω , νόμιζα πως αν απλώσω το χέρι μου πάνω τους , εκείνα θα διαλυθούν , σαν όνειρο . Τότε ο μπαμπάς μου με σήκωσε και με κάθισε στην καρέκλα . Σκούπισε τα σκονισμένα μου πόδια και μου τα φόρεσε . -Ορίστε ! Τώρα είσαι αληθινή πριγκίπισσα ! Είπε . Κι εγώ τον αγκάλιασα πολύ σφιχτά και του είπα : -Μπαμπακούλη μου είσαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου ! Κι έτρεξα να δείξω τα χρυσά μου σανδάλια στις φίλες μου , που ζηλεύανε γιατί οι δικοί τους μπαμπάδες δεν ξέρανε να φτιάχνουν χρυσά πεδιλάκια , ούτε άλλα παπούτσια , αλλά και τα δικά τους σαν θέλανε διόρθωμα και καινούριες σόλες , στον δικό μου μπαμπά τα φέρνανε να τα φτιάξει γιατί ήταν τσαγκάρης . Ο καλύτερος τσαγκάρης του Πειραιά , όπως έλεγε ο νονός μου , που ήταν ο καλύτερός του φίλος . Το νονό μου τον αγαπάω πολύ , είναι ο πιο όμορφος και ο πιο ψηλός στη γειτονιά κι όλες θέλουν να τον παντρευτούν , κι αυτός γελάει και λέει , κορίτσια λυπάμαι έχω βρει τη γυναίκα της ζωης μου , και με σηκώνει στην αγκαλιά του και με στριφογυρνάει πολύ ώρα κι εγώ ζαλίζομαι , αλλά δε λέω τίποτα , γιατί μ' αρέσει αυτή η ζαλάδα και γιατί δεν θέλω καμμία άλλη να πάρει το νονό μου από μένα . Μόνο μία φορά μου θύμωσε , γιατί είχε πάει στο χωριό να δει τους δικούς του κι όταν γύρισε , εγώ μπροστά σ' όλους , μικρούς και μεγάλους, είπα σοβαρά-σοβαρά : - Βρε καλώς το νονό μου τον ψεύτη. Κι όλοι γέλασαν , τα μάτια του νονού μου όμως σκοτείνιασαν, κι η μαμά καταντροπιασμένη μου έριξε ένα χαστούκι και με πήρε μέσα για ανάκριση . Εγώ δεν καταλάβαινα γιατί έγιναν όλα αυτά και έκλαιγα με λυγμούς . Όταν η Αννούλα μου είπε να το κάνω αυτό , είπε πως θα 'χει πολύ καλαμπούρι και όλοι θα γελάσουμε πολύ και θα περάσουμε πολύ ωραία , αλλά μου είπε ψέματα και όλοι θύμωσαν μαζί μου και το αφτί μου βούιζε απ' το χαστούκι της μαμάς πολύ ώρα κι η μαμά με κλείδωσε μέσα και δε μ' άφησε να βγω να παίξω με τ' άλλα παιδιά στη γειτονιά το απόγευμα . Τους άκουγα από το βάθος της αυλής να τρεχοβολάνε πάνω-κάτω παίζοντας αμπάριζα και κρυφτό , αλλά που να τολμήσω να ξεμυτίσω ! Πήγα κι έκατσα κάτω απ΄ την αμυγδαλιά μας που ήταν φορτωμένη τσάγαλα , αλλά ούτε τσάγαλα ήθελα , ούτε τίποτα , ήθελα μόνο να πέσω στης Λαρίσης το ποτάμι , που το λένε Πηνειό , όπως έλεγε κι αυτός ο τραγουδιστής στο ραδιάκι της Αννούλας της προδότρας ! Μετά λίγο καιρό , ο νονός μου κι η Αννούλα η προδότρα αρραβωνιάστηκαν κι έμαθα πως επίτηδες με είχε βάλει να πω ψεύτη το νονό μου , για να τον τσιγκλίσει , γιατί της είχε τάξει αρραβώνα , αλλά το καθυστερούσε το πράγμα κι αυτή βιαζότανε , μην προλάβει και τον αρπάξει καμμιά άλλη . Έτσι η Αννούλα η προδότρα έγινε νονά μου , αλλά εγώ ποτέ μου δεν τη χώνεψα , κι ας μου 'φερνε το Πάσχα τις πιο όμορφες λαμπάδες και τα πιο όμορφα αυγά , κόκκινα σατέν , με ζωγραφισμένα κοκκοράκια και γεμάτα καραμέλλες και σοκολατάκια . Εγώ ήθελα να της τα πετάξω στα μούτρα αλλά σκεφτόμουνα το βαρύ χέρι της μαμάς και το βουητό στ' αφτί μου κι έλεγα με κατεβασμένα μούτρα “ευχαριστώ” και πήγαινα έξω , ν' ανταλλάξω τις καραμέλλες και τα σοκολατάκια της προδότρας με τσιχλόφουσκες και “λουκουμάκια” , κάτι ζουμερές , κόκκινες καραμέλλες , πασπαλισμένες ζάχαρη . “Τσάρλεστον” τις λέγανε κανονικά , αλλά εμείς “λουκουμάκια” τις ζητάγαμε απ'τον ψιλικατζή το Γιάννη το Σκύλο , που δεν ήταν σκύλος , αλλά κανονικός άνθρωπος . Σκύλο τον λέγανε οι γειτονοπούλες γιατί ήταν άσχημος πολύ και είχε μεγάλα δόντια και καμμιά τους δεν ήθελε να τον πάρει γι' άντρα της . Για μας τα παιδιά όμως , ήταν Θεός , γιατί είχε ό,τι λαχταρούσαμε μέσα σε μεγάλες γυάλες: στραγάλια , τσιχλόφουσκες , μικρές πράσινες μέντες που έκαιγαν στο λαιμό , λουκουμάκια που λιώνανε γλυκά στο στόμα . Και φυσικά , παγωτό ξυλάκι . Μόλις πέρναγε το Πάσχα , μετράγαμε τις μέρες για το καλοκαίρι , να βγούμε έξω στις αλάνες ολημερίς , χωρίς σχολείο και μαθήματα και τ' απογευματάκι , να φάμε παγωτό .



Όμως υπήρχε κάτι πιο καλό ακόμα κι απ' το παγωτό ξυλάκι . Κι αυτό το κάτι ,ήτανε το παγωτό του Ξενοφών . Όλοι το λέγανε , μικροί και μεγάλοι , πως το παγωτό του Ξενοφών ήτανε το καλύτερο απ 'όλα . Ο Ξενοφών , το 'φτιαχνε μόνος του , και μετά έβγαινε στις γειτονιές με το καροτσάκι του και το πουλούσε . Είχε και χωνάκια και βαρκούλες , που ήτανε σα χωνάκια αλλά με σχήμα βάρκας και έβαζε εκεί το παγωτό και μας το 'δινε , κι εμείς του δίναμε το κέρμα και του λέγαμε “φχαριστώ Ξενοφών” και εννοούσαμε “ευχαριστώ που υπάρχεις Ξενοφών και υπάρχει και αυτό το υπέροχο πράγμα που λιώνει αυτή τη στιγμή στο στόμα μου ''. Αλλά είμαστε παιδιά και δεν ξέραμε τόσες λέξεις , τις νοιώθαμε όμως , σχηματιζόντουσαν στο μυαλό μας και καθρεφτίζονταν στα μάτια μας , γιατί ο Ξενοφών τις έβλεπε πάντα και χαμογελούσε ευχαριστημένος και πολλές φορές έλεγε : -Θέλετε κι άλλο ; Κι εμείς πάντα θέλαμε και τη δεύτερη φορά ο Ξενοφών δε μας έπαιρνε λεφτά .
-Αυτό είναι κερασμένο , έλεγε . Και μετά έπαιρνε το καροτσάκι του κι έφευγε . -Αύριο πάλι , έλεγε κι εμείς τον ακολουθούσαμε ως τη γωνία , χαλώντας τον κόσμο με τις φωνές μας . -Αύριο, αύριο , λέγαμε όλοι μαζί τραγουδιστά κι ανυπομονούσαμε να 'ρθει αυτό το αύριο να ξανακούσουμε από μακριά τη φωνή του : - Ο Ξεενοφωών ! Κι ύστερα να τον δούμε να ξεπροβάλλει από τη γωνία , ψηλός , ξερακιανός , μ' ένα ταλαιπωρημένο ψαθάκι στο κεφάλι , με την άσπρη του ποδιά να καλύπτει σχεδόν όλο του το σώμα , σπρώχνοντας το μαγικό του καροτσάκι . Στο κάτω μέρος του καροτσιού είχε τους κουυβάδες του : απ' έξω ο μεγάλος κουβάς με τον πάγο και μέσα στον κουβά με τον πάγο ,ο άλλος κουβάς με το παγωτό . Το παγωτό δεν το βλέπαμε, γιατί ήταν σκεπασμένο μ' ένα καπάκι για να μην πέφτουν μέσα σκόνες και βρωμιές . Το πάνω μέρος του καροτσιού είχε ένα άνοιγμα ,για να μπορεί ο Ξενοφών να ξεσκεπάζει το παγωτό και να βάζει μέσα την κουτάλα , ένα δοχείο με νερό για να το ξέπλυμα της κουτάλας , κι ακόμα είχε τα χωνάκια και τις βαρκούλες . Μόλις ακούγαμε αυτό το'' Ξεενοφωών !'' και τον βλέπαμε να στρίβει τη γωνία , τρέχαμε με αλαλαγμούς να τον υποδεχτούμε και να τον συνοδέψουμε στη μέση της οδού , όπου στηνότανε πάντα με το καροτσάκι του . Ποτέ κανείς βασιλιάς δε λατρεύτηκε τόσο από τον λαό του , όσο λατρεύτηκε από μας ο Ξενοφών. Γιατί ο Ξενοφών ήταν ένας πραγματικός βασιλιάς . Ο Βασιλιάς του παγωτού , ο βασιλιάς στην καρδιά μας .
Τα βράδια που έπεφτα να κοιμηθώ , τον φανταζόμουνα να βασιλεύει στην παγωτοχώρα . Γύρω- τριγύρω άσπρα πανύψηλα βουνά από φίνο παγωτό βανίλια και στη μέση μία λίμνη παγωμένη . Αφράτες μπισκοτένιες βαρκούλες γλιστρούσαν στη λιμνούλα , και τα δέντρα , ήταν χωνάκια παγωτού φορτωμένα ροζ , φραουλένια παγωτολούλουδα . Ο αέρας μοσχοβολούσε βανίλια και μαστίχα , και μέσα σ' όλα αυτά τα θαυμαστά , έστεκε ο Ξενοφών ,πανύψηλος και λαμπερός , με το ψαθάκι-κορώνα στο κεφάλι και την κουτάλα-σκήπτρο στα χέρια . Κι όταν χαμογελούσε,έλαμπαν τα χρυσά του δόντια κι ήταν λες κι ένας ήλιος εκτυφλωτικός ανέτειλε μέσ' απ΄το στόμα του! Πολλές φορές μ' έπαιρνε ο ύπνος και το 'βλεπα αυτό και στο όνειρό μου . Και μια φορά ονειρεύτηκα ότι ήμουνα κι εγώ εκεί , και γλίστραγα στα παγωτοβουνά όπως γλιστράγαμε με το πατίνι του Γιωργάκη στη μεγάλη κατηφόρα , κι έπεσα με τη μούρη μες στη λίμνη , και βούλιαξα μες στο παγωτό κι άρχισα να κολυμπάω μες στα μυρωδάτα κύματα της βανίλιας και της μαστίχας . Ένοιωσα τότε μια γλύκα σ' όλο μου το είναι , μία τέλεια ευτυχία . - Λες να 'ναι αυτός ο παράδεισος, που λέει συνέχεια η γιαγιά μου ; αναρωτήθηκα . Ήταν το πιο όμορφο όνειρο που είχα δει ποτέ στη ζωή μου . Και την άλλη μέρα , όταν πήρα το παγωτό μου από τον Ξενοφών , “φχαριστώ” του είπα με τόσο πάθος , που με κοίταξε καλά-καλά και κούνησε το κεφάλι του σοβαρά , σα να ήξερε . Ναι , είμαι σίγουρη πως ήξερε , και δε μου πήρε λεφτά . - Αυτό είναι κερασμένο από μένα , είπε . Ένας βασιλιάς δεν έχει ανάγκη από λεφτά , σκέφτηκα και μετά από λίγες μέρες άκουσα να λέει μια γειτόνισα στη γιαγιά ότι του δίνανε πολλά λεφτά του Ξενοφών να δώσει τη μυστική συνταγή του παγωτού του , αλλά αυτός δεν καταδέχτηκε .-Τη συνταγή θα την πάρει μαζί του , είπε , όπως μαζί του την έφερε όταν ήρθε απ΄την Πόλη, δεν την πουλάει . Κι εγώ τον θαύμασα ακόμα πιο πολύ και βεβαιώθηκα πια πως είναι βασιλιάς και δε χρειάζεται λεφτά , αφού έχει μια ολόκληρη χώρα δική του . Άλλωστε το παγωτό του Ξενοφών ήταν μαγικό . Είχε μια ανάλαφρη υπέροχη γεύση , που κανένα άλλο παγωτό , πουθενά στον κόσμο δεν είχε . Ούτε τα ξυλάκια του Σκύλου , ούτε του άλλου ψιλικατζίδικου στη γειτονιά της ξαδέρφης μου της Ρούλας , ούτε ακόμα κι εκείνου του μεγάλου ζαχαροπλαστείου που μας είχε πάει ο θείος Ευάγγελος όταν ήρθε από την Αμερική , κανένα , κανένα δεν είχε τη μαγική γεύση που είχε το παγωτό του Ξενοφών . Είμαι σίγουρη πως ο Ξενοφών έκανε μαγικά , γιατί η γιαγιά μου έλεγε πως τη νοστιμιά στα φαγιά και στα γλυκά την κάνει το χέρι που ανακατεύει τα υλικά κι όχι τα ίδια τα υλικά . - Το νόστιμο φαϊ σου κάνει μάγια... έλεγε η γιαγιά κι απόδειξη πως καπάρωσε η Νίτσα το Γρηγόρη τον υδραυλικό που τον είχε νοικάρη . Καπάτσα Σμυρνιά η Νίτσα, με τα φαγιά τον καπάρωσε. Να τα ντολμαδάκια , να τα ιμάμ-μπαλντί , να οι πικάντικοι κιοφτέδες , είπε ο Γρηγόρης το ναι να μη χάσει το καλό φαϊ και την κουκουλώθηκε . Κι ας ήταν η Νίτσα πέντε χρόνια μεγαλύτερή του κι όμορφη δεν την έλεγες . Ε ! Αν αυτό δεν είναι μαγικό , τί είναι ;
Τον χειμώνα ο Ξενοφών εξαφανιζόταν .Κανείς δεν ήξερε που πήγαινε και τι έκανε όλο το χειμώνα . Κανείς εκτός από μένα . Εγώ ήξερα πως μέσα στα μαστιχένια βουνά της παγωτοχώρας , υπήρχε μια σπηλιά κι εκεί έμπαινε και ξεχειμώνιαζε ο Ξενοφών , όπως οι αρκούδες που είδα σ' εκείνο το βιβλίο που είχε η μεγάλη αδερφή του Γιωργάκη και μας το έδειχνε που και που , άμα πηγαίναμε στο σπίτι του . Και μια φορά το πήραμε κρυφά και το κοιτάγαμε και μετά είπε ο Γιωργάκης να παίξουμε τις αρκούδες και χωθήκαμε κάτω απ' το κρεβάτι , τάχαμου πως είναι σπηλιά κι ήταν σκοτεινά και ζεστά εκεί και κουλουριαστήκαμε ο ένας δίπλα στο άλλον και ρουθουνίζαμε παριστάνοντας τις αρκούδες . Και μετά μας πήρε στ' αλήθεια ο ύπνος και όλοι μας ψάχνανε αλλά εμείς δεν ακούγαμε και οι δικοί μας τρελλοί από ανησυχία πήγαν στην αστυνομία και κλαίγανε και μετά εμείς ξυπνήσαμε και βγήκαμε κάτω απ' το κρεββάτι και φάγαμε το ξύλο της χρονιάς μας , αφού πρώτα μας φίλησαν και χάρηκαν πολύ που μας είδαν . Και την άλλη μέρα εγώ ψηνόμουνα στον πυρετό και φωνάξανε το γιατρό κι ο Γιωργάκης είχε βουβαθεί από το φόβο του γιατί νόμιζε ότι θα πεθάνω και φταίει αυτός , αλλά ο γιατρός είπε όχι , οι αμυγδαλές της είναι , θα πρέπει να τις βγάλουμε κάποια στιγμή . Κι εγώ κόντεψα να παραλύσω από την τρομάρα μου γιατί νόμιζα πως οι αμυγδαλές είναι δέντρα , κάτι σαν τις αμυγδαλιές της αυλής μας κι ότι φύτρωσαν στο λαιμό μου και όταν θα τις βγάλουν θα μου ξεριζώσουν μαζί και το λαιμό . Αλλά όταν το 'πα στη μαμά , γέλασε και μου είπε -Κουτή , μη φοβάσαι , όταν βγάλεις τις αμυγδαλές θα φας και παγωτό ! Κι εγώ τότε χάρηκα αλλά και μπερδεύτηκα , γιατί δεν ήξερα πως να τα χωρέσω όλα αυτά στο μυαλό μου , αμυγδαλιές , παγωτά , γιατρούς . Και που θα το βρίσκαμε το παγωτό χειμώνα καιρό ; Αφού έλειπε κι ο Ξενοφών ; - Εγώ θα σου φτιάξω παγωτό πουλάκι μου !Αφού τώρα έχουμε ηλεκτρικό ψυγείο ! Κι εγώ κοίταξα έκθαμβη τη μαμά , - ξέρεις να φτιάχνεις παγωτό ; ρώτησα με κομμένη την ανάσα . - Θα μάθω ! Είπε η μαμά και γέλασε .
Η συνταγή της μαμάς για παγωτό βανίλια ήταν απλή :
1 κουτί γλυκό γάλα βλάχας
1 φλυτζάνι τσαγιού γάλα φρέσκο
ελάχιστο αλάτι
βανίλια
400 gr κρέμα γάλακτος
Τα ανακάτευε όλα καλά και τα 'βαζε σε δύο φόρμες στην κατάψυξη . Τα άφηνε να παγώσουν αρκετά , χωρίς να πήξουν εντελώς και ξαναχτύπαγε το μίγμα μέχρι να γίνει αφράτο , χωρίς όμως να λιώσει . Μετά το ξανάβαζε στις φόρμες , μέσα στην κατάψυξη , σκεπασμένο , μέχρι να παγώσει εντελώς . Απογοητεύτηκα . Αυτό ήταν όλο ; Και η μαγεία ; Τίποτα μαγικό δεν είχαν όλα αυτά τα καινούργια μαραφέτια , τα ηλεκτρικά μίξερ κι όλα τ' άλλα . Μόνο θόρυβο έκαναν . Όταν όμως δοκίμασα , κατάλαβα . Δε λέω , αρκετά καλό ήταν το παγωτό της μαμάς , αλλά καμμία σχέση δεν είχε με το μαγικό παγωτό του Ξενοφών . Απολύτως καμμία ! Πείστηκα πια για τα καλά , πως ο Ξενοφών , εκτός από Βασιλιάς ήταν και Μάγος . Ποιός άλλωστε μπορεί να κάνει τόσα παιδιά ευτυχισμένα χωρίς μαγικά ; Κανείς . Ούτε καν οι μαμάδες !
Μετά από κάποιο χειμώνα ο Ξενοφών δεν ξαναφάνηκε . - Θα πέθανε ο καημένος , είπαν οι γειτόνισσες . - Θεός σχωρέστον ! Πόσο νάτανε ; - Ε ! θάτανε μεγάλος . Δε θυμάστε ; Όλο ρυτίδες ήταν η μούρη του . - Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του .
Εγώ δε μίλησα , μόνο ζάρωσα σε μια γωνιά κι έκλαιγα . Έκλαιγα και σκεφτόμουνα πως δεν μπορεί να πέθανε ο Ξενοφών , δεν μπορεί να είναι ο Θεός τόσο άδικος . Το πολύ-πολύ να τον πήρε τον Ξενοφών πάνω στον ουρανό , μαζί με το καροτσάκι του , όπως είχε πάρει τον Προφήτη Ηλία πάνω σ ' εκείνο το άρμα με τ' άλογα , όπως είχα δει στην εικόνα που είχε η γιαγιά στο εικονοστάσι της . Τον πήρε να του φτιάχνει το μαγικό παγωτό του να δροσίζεται , να ξεχνάει τις πίκρες που τον ποτίζουμε εμέις , οι ανθρώποι . Μ' αυτές τις σκέψεις και απ' το πολύ κλάμα απόκαμα και με πήρε ο ύπνος . Και τότε άκουσα τη φωνή του : - Ο Ξεενοφωών ! Και βρέθηκα ξαφνικά στην παγωτοχώρα κι ο Ξενοφών έστεκε στη μέση της λίμνης κι ανακάτευε τα μαστιχένια νερά της και φόρτωνε τις μπισκοτένιες βαρκούλες μυρωδάτο παγωτό και μας τις μοίραζε . Και ήμασταν εκεί όλα τα παιδιά της γειτονιάς , κι ο Γιωργάκης ρουθούνιζε σαν αρκούδα μυρίζοντας τις θεϊκες μοσχοβολιές απ' τα παγωτολούλουδα . Κι ο Ξενοφών , ο Βασιλιάς-Μάγος με την κουτάλα-σκήπτρο-μαγικό ραβδί έκανε τα μαγικά του και γεμίζαμε ευτυχία !Γιατί τί άλλο μπορεί να είναι η ευτυχία έξω από ένα χωνάκι παγωτό ;

Χρυσούλα Διπλάρη

1 σχόλιο:

  1. Πολύ όμορφη η ιστορία σου Χρυσούλα... Γεμάτη εικόνες και μνήμες από την παιδική ηλικία...Και σου ανοίγει την όρεξη για παγωτό....

    Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή