Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Μοναξιά 5

Προσπάθησα… Μα τ’ αδιέξοδο εμμένει. Μ’ έχει σφραγίσει το «μαζί».


Χτύπησε μία το ρολόι και ξαναπλώθηκε σιγή,
ούτ’ ένα αλύχτισμα απόψε του γείτονά μου το σκυλί,
ο γκιώνης, ταχτικός μου φίλος, κάπου αλλού μοιρολογεί
κι η παιχνιδιάρα μου η λεύκα ούτ’ ένα φύλλο δεν κινεί.

Ήρεμη νύχτα, λίγα τ’ άστρα κι εγώ μονάχος στην αυλή,
εχθρός μεγάλος το κρεβάτι και λιγοστή η αντοχή.
Νυχτερινή παρασπονδία, οι ήχοι φύγαν μακριά,
μ’ έχουν αφήσει, δίχως λύπη, μονάχο σε σιωπή βαθιά.

Μέσα στην τόση ησυχία έρχεται ’κείνη να με βρει,
είναι η γλύκα τής φωνής της, αλάτι σ’ ανοιχτή πληγή.
Σαν να ’ναι δίπλα μου κι απόψε, όπως και τότε μου μιλά,
ψάχνει επίμονα την Πούλια και τη βοήθεια μου ζητά.

Στις τόσες διάτρητές μου νύχτες η μνήμη στήνει παγανιά,
τριάντα χρόνια μας, σκαλίζει και με πετά στην ερημιά,
κι εγώ τους ήχους περιμένω να καταφτάσουν λυτρωτές,
αλλού να στρέψουνε τη σκέψη να με τραβήξουν απ’ το χτες.

Χτύπησε δύο το ρολόι και συνεχίζει η σιγή,
δε θέλει να θροΐσει η λεύκα, το νυχτοπούλι δε θα ρθει.
Πρέπει να πέσω, φτάνει μέρα, με περιμένει η δουλειά,
πολλές οι ώρες κι οι ευθύνες, αλλά σκιάζουν τα παλιά.

Έχουν περάσει τρία χρόνια μα η μορφή της ζωντανή.
Προσπάθησα με κάποιες άλλες να βάλω πάλι μιαν αρχή.
Προσπάθησα…
Μα τ’ αδιέξοδο εμμένει. Μ’ έχει σφραγίσει το «μαζί».

Άρης Άλμπης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου