Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΜΑΓ(ΕΙΡ)ΙΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ

Μικρές δόσεις από τις (πεντανόστιμες) Μαγ(ειρ)ικές Ιστορίες της αγαπημένης φίλης Χρυσούλας Διπλάρη, που μαγεύουν χωρίς να παχαίνουν! Στο τέλος του βιβλίου θέλεις κι άλλο!...
Αποτέλεσμα εικόνας για Μαγειρ(ικ)ές Ιστορίες Χ. Διπλάρη

Η Μάρθα σκάλισε μηχανικά με το πιρούνι της τη μπαγιάτικη πλέον,γλυκόξινη σάλτσα που συνόδευε τα ψητά λαχανικά.Πόση ώρα ήταν εκεί μόνη της και σκάλιζε τα ζαρζαβατικά, δεν ήξερε να πει. Νόμιζε χρόνια τώρα, μια ολόκληρη ζωή, άλλο δεν έκανε παρά να κάθεται εκεί και να σκαλίζει πεθαμένα λαχανικά. Ίσως κι αυτή να ήταν πεθαμένη κι αυτό να ήταν το καθαρτήριό της.
   Το ψητό κρέας αριστερά της σαλάτας, πεθαμένο κι αυτό, κολυμπούσε σε ένα λιγδιασμένο ζελέ, που κάποτε ήταν η περίφημη σάλτσα της, ειδική για ψητά κρέατα, ''ικανή να απογειώσει γευστικά και τα πιο άνοστα'', όπως υποσχόταν η συνταγή της.
    Αυτό το νεκρό σκηνικό, αφηγούνταν μια ιστορία. Την ιστορία του επίσης νεκρού γάμου της. Και τώρα εκείνη έπρεπε να κάνει την κηδεία! Αλλά...δεν μπορούσε να κλάψει! Ήταν πολύ μουδιασμένη για κλάψει. Μήπως θα'ταν καλύτερα να μεθύσει; Δεν είχε μεθύσει ποτέ στη ζωή της. Ε! Ευκαιρία ήτανε! Τι διάολο; Αν δεν μεθύσει κανείς κι όταν χωρίζει, τότε...πότε;Τράβηξε το κρασί κοντά της κι ήπιε κατευθείαν απ'το μπουκάλι...
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ''Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΣΑΛΤΣΑΣ''

   '''Αρχισαν τα όργανα..'' σκέφτεται ο Μάριος, αλλάζοντας βλέμματα αλληλοκατανόησης και αλληλοσυμπαράστασης με τη αδερφή του. ''Κουράγιο'' έλεγε το βλέμμα της Νίκης. ''Ως πότε;'' ρωτούσε το βλέμμα του Μάριου. Η Σία είχε το δικό της βλέμμα κολλημένο στο πιάτο της, λες κι είχε ανακαλύψει εκεί κάποιο καινούριο, άγνωστο τόπο. Η Σία, αχ, η Σία.. Όταν ήταν μικρή, την τρομοκρατούσε η μάνα της. Τώρα, την τρομοκρατεί η πεθερά της...
    Ήταν ένα πάλσμα άχρωμο και άοσμο.Ήταν ό,τι δήλωνε τ'όνομά της: Σία. Πώς λέμε Παπαδόπουλος και Σία; Όλοι ξέρουν τον Παπαδόπουλο. Τη Σία όμως; Ποιά είναι αυτή η Σία; Είναι ένας; Είναι πολλοί; Έχει όνομα; Έχει φύλο; Ηλικία;
Όχι, είναι κάτι γενικό και αόριστο. Απλά δηλωτικό κάποιας ύπαρξης. Χωρίς χαρακτήρα, χωρίς χαρακτηριστικά. Απλά η Σία.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ''ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΓΙΟΥΒΕΤΣΙ''



   Όταν η Σουλάρα συνάντησε τον Πετράκη, ήτανε κοντά τριαντάρα. ''Στο απόγειον της δόξας της'', 'οπως έλεγε ο δάσκαλος. Μα τί ξέρει κι αυτός; Φυλλάδες και λόγια μονάχα! Ο Πετράκης καμιά εικοσαριά καλοκαίρια, μέτραγε δε μέτραγε. Ψηλός με ωραίους φαρδείς ώμους, που βάσταγαν λες πάνω τους τις φτερούγες τ'αρχαγγέλου, με πράσινα μάτια που φουρτούνιαζαν από τις θύελλες που σήκωνε η νιότη, μόλις είχε ξεμπαρκάρει από το φορτηγό ΕΛΠΙΣ, που μήνες τώρα βολόδερνε στα πέλαγα. Γλίτωσε από το φορτηγό κι έπεσε πάνω στη φρεγάτα! Η Σουλάρα, μ'όλα της τα πανιά ανοιχτά, είχε βγει να πάρει τον αέρα της. Μοσκομύριζε άνοιξη κι όλα τα λουλουδικά του κήπου της της είχαν δανείσει τις ευωδιές τους. Βλέπει ο Πετράκης τέτοιο θεριό να'ρχεται καταπάνω του, τα'χασε! Πώς να το πολεμήσει; Κι ούτε άλλωστε του πέρασε από το νου. Πέφτει η Σουλάρα πάνω στα είκοσι καλοκαίρια του Πετράκη, ζαλίζεται. Βυθίζεται στο πράσινο των ματών του κι είναι σα να μπαίνει στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Και γίνεται το θαύμα και ταράζει ο άγγελος τα νερά και σβήνονται οι αμαρτίες της κι εκείνη ξαναγεννιέται πιο καθαρή κι αθώα κι από βρέφος. Δε χρειάστηκε να ειπωθούν πολλά. Μερικά πράγματα δε χωράνε στις λέξεις.
 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ''ΟΙ ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΣΟΥΛΑΡΑΣ''



   Όταν δε λειτουργούσε ή δεν ασχολιόταν με τον κήπο, ο παπά-Φώτης μαγείρευε.Είχε άφθονα φρέσκα λαχανικά τώρα πια. Μαγείρευε, έκανε κομπόστες, μαρμελάδες, ακόμα και γλυκά του κουταλιού! Και μετά έπαιρνε σβάρνα τις πόρτες και τα μοίραζε, όπως οι άλλοι παπάδες μοιράζουνε τον αγιασμό και τ'αντίδωρο... Παράξενος παπάς τούτος δω! Μοίραζε γλυκά στους πικραμένους, γιατροσόφια στους άρρωστους κι άμα κάποιος νεαρός του ξομολογιότανε αρρώστια της καρδιας, τον έπαιρνε για τσίπουρα και γυρίζανε μετά μεθυσμένοι, κάνοντας καντάδα στη λεγάμενη με καψουροτράγουδα!
   Και κάθε Κυριακή, απαραίτητα, έκανε μια τεράστια ποσότητα τουρλού και το μοιραζότανε μ'όποιον είχε τη διάθεση να'ρθει μέχρι το σπίτι του. Και χάρη στο Κυριακάτικο τουρλού μάθαινε όλα τα νέα, τα κουτσομπολιά, τις έγνοιες, τα προβλήματα των ανθρώπων του χωριού. Κι όπου του περνούσε, μαγείρευε και τις λύσεις των προβλημάτων.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ''ΤΟ ΤΟΥΡΛΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΦΩΤΗ''


 Χρυσούλα Διπλάρη





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου