Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Κυνηγώντας το όνειρο



Η νεκροψία έδειξε υπερβολική χρήση ηρεμιστικών χαπιών...
 Αποτέλεσμα εικόνας για κηδεια
 Λένε πως το σημαντικότερο πράγμα που μπορεί να αποκτήσει ένας άνθρωπος στη ζωή του, είναι μια πραγματική και μεγάλη φιλία. Κι αν κάποιοι είχαν το δικαίωμα να περηφανεύονται γι’ αυτό, αυτοί ήταν σίγουρα ο Πάνος, ο Θάνος και ο Μάνος. Γείτονες και φίλοι από πολύ μικρά παιδιά, ο Θάνος και ο Πάνος συμμαθητές στο σχολείο, ο Μάνος λίγο μεγαλύτερος, είχαν μια δυνατή σχέση που πολλές φορές ξεπερνούσε και αυτή του αδερφού ακόμη. Εξάλλου τι το καλύτερο από έναν αδελφικό φίλο; Από μικροί συνέχεια μαζί, στο παιχνίδι, αργότερα στις βόλτες, λίγο διακόψανε (με τον Μάνο λόγω της διαφοράς ηλικίας) στις σπουδές και στο στρατιωτικό, αλλά ένα μικρό διάλειμμα στη σχέση τους δε θα μπορούσε να την αλλοιώσει. Είχαν φυσικά και άλλες παρέες, ήταν αρκετά δημοφιλείς στον εκάστοτε κύκλο με τον οποίο συναναστρέφονταν. Ο Πάνος ξεχώριζε για τη γοητεία και την ευφυΐα του, ο Θάνος για τη σοβαρότητα και τη λεπτότητα του χαρακτήρα του, ενώ ο Μάνος γινόταν συνήθως το επίκεντρο από τα καλαμπούρια που έλεγε και πολλές φορές από τις γκάφες του.
Τα χρόνια περνάνε όμως και έρχεται η στιγμή για κάθε άνθρωπο να ακολουθήσει τα όνειρα του ή έστω να παλέψει γι’ αυτά και έτσι λοιπόν μοιραίο ήταν να έρθει η ώρα και για τη παρέα των 3 αγοριών που σιγά σιγά γινότανε άντρες να χωρίσει για να τραβήξει ο καθένας το δικό του δρόμο. Έτσι λοιπόν ο Πάνος αποφάσισε να ακολουθήσει τη τέχνη της υποκριτικής, καθώς από μικρός έδειχνε να έχει το ταλέντο που χρειάζεται κάποιος για να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα. Έδωσε εξετάσεις για το Εθνικό, δεν τα κατάφερε, αλλά δεν τα παράτησε. Αμέσως μετά την αποτυχία του,  γράφτηκε σε μια ιδιωτική δραματική σχολή. Εκεί γνώρισε πολλά άτομα με τις ίδιες ιδέες και τις ίδιες φιλοδοξίες με αυτόν, ενώ παράλληλα εξελίχθηκε σε έναν ταλαντούχο ηθοποιό τον οποίο χαιρόσουν να τον βλέπεις στη σκηνή και να τον θαυμάζεις για τις ερμηνείες του.
Στην Αθήνα γνώρισε και μια κοπέλα, τη Χριστίνα η οποία μπορεί να μη σπούδαζε ηθοποιός, αρχιτέκτονας ήταν, αλλά είχε από μικρή-όπως του είχε πει- το μικρόβιο της υποκριτικής μέσα της και είχε συμμετάσχει τόσο στο σχολείο της όσο και στο πανεπιστήμιο αργότερα, σε πολλούς ερασιτεχνικούς θιάσους. Με τη Χριστίνα ο Πάνος αρραβωνιάστηκε και ζούσε μαζί της, ωστόσο προτίμησαν να μην επισημοποιήσουν περαιτέρω τη σχέση τους με ένα γάμο, αλλά να αφήσουν τα πράγματα όπως είχαν και αργότερα αν υπήρχε σύμφωνη γνώμη μεταξύ τους σε αυτό το θέμα, να προχωρούσαν. 
Επόμενο ήταν η μετακόμιση του Πάνου στη πρωτεύουσα, να φέρει και το χωρισμό των μέχρι τότε αχώριστων φίλων, αφού οι άλλοι δύο, ο Θάνος και ο Μάνος, γύρισαν μετά τις σπουδές τους στο τόπο καταγωγής, προσπαθώντας εκεί να καταφέρουν να υλοποιήσουν τα σχέδια τους. Ο Θάνος από μικρός έδειχνε να έχει μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική, κάποια στιγμή το παράτησε, αλλά μεγαλώνοντας και βλέποντας τις δυσκολίες που είχε ο κλάδος τον οποίο είχε αποφασίσει να ακολουθήσει επαγγελματικά, αποφάσισε να ασχοληθεί πιο εντατικά. Γράφτηκε σε μια σχολή Καλών Τεχνών, τελειοποίησε το ταλέντο του και στη συνέχεια έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά με σκοπό να καταφέρει να δημιουργήσει τη πρώτη του ατομική έκθεση με αποκλειστικά δικά του έργα, για να γίνει γνωστός στη «πιάτσα» των εικαστικών και να κάνει την αρχή για μια λαμπρή σταδιοδρομία. Πόσο χαρούμενος ένιωσε όταν πήρε στο τηλέφωνο τον Πάνο και όταν βγήκε εκείνο το πρωινό με τον Μάνο για να τους το ανακοινώσει. «Στις 7 του ερχόμενου μήνα, στην Αίθουσα Πετρίδη, θα κάνω τη πρώτη μου έκθεση ζωγραφικής». Μεγάλη περηφάνια για τον φίλο τους και ειδικά για τον Μάνο που έβλεπε τους δύο κοντινότερους ανθρώπους της ζωής του (πιο κοντινούς και από τους γονείς του και τα αδέλφια του), να διαπρέπουν στο τομέα τους, όντας και οι δύο σπουδαίοι καλλιτέχνες. Η αλήθεια είναι ότι το είχε ιδιαίτερη ανάγκη να πάρει από κάπου χαρά, μιας και το τελευταίο καιρό είχε βγει από μια ερωτική περιπέτεια που κυριολεκτικά τον είχε τσακίσει, ενώ ούτε η δουλειά του, αλλά ούτε και η ζωή του τον ευχαριστούσε. Το αντικείμενο του στο γραφείο που εργαζόταν ήταν ανιαρό, ενώ και τα οικογενειακά προβλήματα δεν έλειπαν από το καλεντάρι του. Είχε δώσει λοιπόν πολλές ελπίδες σε αυτή τη σχέση που τελικά νόμιζε πως είχε με εκείνη τη κοπέλα, τη μεγαλύτερη του κατά 3 χρόνια Έλλη (εκείνος 27, εκείνη στα 30), την όμορφη νηπιαγωγό, που πίστεψε ότι θα του έδινε μια ελπίδα, ένα φως στη μίζερη ζωή του. Ήταν πάντως καλός ηθοποιός η αλήθεια (όχι όσο ο φίλος του ο Πάνος), αφού στις συναναστροφές του έξω ή στο χώρο εργασίας του, πάντα ήταν ο καλαμπουρτζής που με τις ανοησίες του θα σου έφτιαχνε το κέφι. Ωστόσο δεν ήταν λίγες οι στιγμές που το πρόσωπο του σκοτείνιαζε και χανότανε στις μαύρες σκέψεις του, μένοντας για πολύ ώρα αμίλητος και σκυθρωπός.
Δύο μήνες έτρεχε ο Μάνος το Θάνο, στο μπαράκι που δούλευε η Έλλη σαν σερβιτόρα μέχρι να διοριστεί, πότε για καφέ, πότε για ποτό, ανάλογα με τα ωράρια της. Είχαν γίνει οι καλύτεροι πελάτες του μαγαζιού μέχρι να τη γνωρίσει καλύτερα και να τη «ρίξει». Και τελικά τα κατάφερε, ή μάλλον όχι, αφού 6 μήνες βγαίνανε μαζί και ενώ όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά μεταξύ τους, ξαφνικά εμφανίστηκε το τρίτο πρόσωπο, ένας παλιός μεγάλος έρωτας της Έλλης, ο συμφοιτητής της ο Στέφανος τον οποίο ποτέ δε ξεπέρασε πραγματικά και ο οποίος ήταν φυσικά η αιτία του χωρισμού τους και η αρχή της μελαγχολίας του. Αργότερα μάλιστα έμαθε ότι η Έλλη ήταν έγκυος στο παιδί του μεγάλου αντεραστή του, γεγονός που έπεσε σαν αλάτι στις πληγές του, ενώ η πληροφόρηση για τον επικείμενο γάμο τους μεγάλωσε και άλλο τη θλίψη του.
Ο καιρός για τη μεγάλη στιγμή του Θάνου πλησίαζε, η μέρα που θα τον καταξίωνε (επιτέλους) σαν έναν σημαντικό ζωγράφο και που θα του άνοιγε καινούργιες προοπτικές και δρόμους για να μπορέσει να κάνει το όνειρο του επίσημα πραγματικότητα. Να μπορέσει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη τέχνη που τόσο αγαπούσε, χωρίς να αναγκαστεί να τροφοδοτεί τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες με κάποια άλλη ενασχόληση. Δύο μέρες πριν αρχίσει η έκθεση, οι πίνακες είχαν ήδη τοποθετηθεί στη φημισμένη αίθουσα Πετρίδη, που τα έργα τόσων και τόσων σημαντικών καλλιτεχνών της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού είχε φιλοξενήσει. Στα εγκαίνια, δεν έπεφτε καρφίτσα. Ο χώρος ήταν κατάμεστος από κόσμο ο οποίος έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα έργα αυτού του νέου ταλαντούχου ανθρώπου, με το ιδιαίτερο στυλ, που αμέσως τον ξεχώριζε από τους υπόλοιπους του είδους του. Οι γονείς του Θάνου έλαμπαν από υπερηφάνεια για το καμάρι τους και για την επιτυχία που προδιαγραφόταν στη πορεία του. Από κοντά και οι φίλοι του, οι οποίοι όλο αυτό τον καιρό τον βοήθησαν τα μέγιστα, τόσο στο στήσιμο της έκθεσης, όσο και στο όλο οργανωτικό κομμάτι της, από τις αφίσες και τις προσκλήσεις, μέχρι και στο catering που θα αναλάμβανε τη δεξίωση αυτής της βραδιάς. Ένιωθαν και αυτοί ότι παίρνουν λίγο από τη λάμψη του Θάνου, καθώς δεν υπήρχε ίχνος φθόνου ανάμεσα τους, το αντίθετο μάλιστα, ο ένας χαιρόταν πραγματικά για την επιτυχία του άλλου. Η έκθεση θα κρατούσε 2 εβδομάδες, υπήρχε τόσο μεγάλη λίστα αναμονής από τόσους και τόσους ζωγράφους για να δουν και αυτοί τα έργα τους εκεί, οπότε το διάστημα των 14 ημερών, κρίθηκε απολύτως ικανοποιητικό, τη στιγμή μάλιστα που από τη πρώτη ημέρα λειτουργίας της, τα μπιλιετάκια για αγορά των έργων είχαν φτάσει σε διψήφιο νούμερο.
Ωστόσο αυτή η έκθεση ήταν γραφτό να σημαδέψει βαθιά τη ζωή όχι του ταλαντούχου Θάνου, αλλά του φίλου του Μάνου, ο οποίος συναισθηματικά σακατεμένος το τελευταίο καιρό, έψαχνε μια σανίδα έρωτα για να πιαστεί, να ξεχαστεί από τα προβλήματα που τον βασάνιζαν και να αφεθεί στα γλυκά βέλη του. Και πράγματι από εκείνο το βράδυ (αν και δεν το είχε αντιληφθεί αμέσως) όλα θα άλλαζαν στον μικρόκοσμο του. Τη συνάντησε εκεί μετά από αρκετά χρόνια, μια γυναίκα την οποία θα τη χαρακτήριζες ώριμη, αν τέτοια θεωρείται μια γυναίκα γύρω στα 45, η οποία όμως έδειχνε τουλάχιστον 5 με 10 χρόνια νεότερη. Ήταν πολύ όμορφη, πράγμα που ο Μάνος ποτέ δεν αρνήθηκε, με έναν μόνιμο θαυμασμό για αυτή, να υποβόσκει μέσα του. Έτυχε να τη γνωρίσει σε ένα τεχνικό γραφείο που εργαζόταν τα καλοκαίρια όταν ήταν μαθητής λυκείου, ενώ αυτή ήταν πολιτικός μηχανικός. Η αλήθεια είναι ότι ανέπτυξαν μια καλή σχέση συνεργασίας, γι’ αυτό και μόλις συναντηθήκανε στη μεγάλη αίθουσα, το κλίμα μεταξύ τους ήταν πολύ φιλικό.
«Τι κάνεις, έχω πολύ καιρό να σε δω»
«Καλά είμαι, εσύ πως τα περνάς, δουλεύεις ακόμη σε εκείνο το γραφείο;»
«Όχι πια, τώρα άνοιξα δικό μου γραφείο, είμαι με τον άντρα μου, αυτός τοπογράφος εγώ πολιτικός μηχανικός, έχουμε κοινή έδρα για την επιχείρηση μας. Φίλος σου δεν είναι ο ζωγράφος; Συγχαρητήρια».
«Να είσαι καλά, αν και τα συγχαρητήρια δεν ανήκουν σε μένα, αλλά στον καλλιτέχνη».
«Να βρεθούμε κάποια στιγμή για κανένα καφέ, να τα πούμε».
«Όποτε θέλεις, χάρηκα που σε είδα».
«Και εγώ, τώρα πρέπει να φύγω, καληνύχτα».
Συνήθως όταν σου λέει ένα άτομο με το οποίο δεν έχεις καθημερινή επαφή, «να βρεθούμε κάποια στιγμή», αυτή η στιγμή δεν έρχεται ποτέ, ή έρχεται όταν θα βρεθείς μαζί του τυχαία στο δρόμο, στο σούπερ μάρκετ, στη τράπεζα ή αλλού. Αυτό το ήξερε καλά ο Μάνος όταν η Αλκμήνη του είπε να βρεθούν «κάποια στιγμή», όταν μάλιστα η συγκεκριμένη γυναίκα τύχαινε να είναι παντρεμένη και με δύο παιδιά (μεγάλα ή μικρά δεν έχει σημασία, οι υποχρεώσεις είναι πάντα υποχρεώσεις). Αυτός ο άνθρωπος ένα πράμα όμως, να τον έλκουν οι μεγαλύτερες, αφού και η Έλλη τον περνούσε 3 χρόνια. Πάντως με την Αλκμήνη τα πράγματα ήταν διαφορετικά, ο ίδιος δεν ήθελε ποτέ να παραδεχθεί στον εαυτό του ότι θα μπορούσε ο θαυμασμός και η συμπάθεια που ένιωθε γι’ αυτήν να μετεξελιχθεί σε κάτι μεγαλύτερο, «πρόκειται για μια παντρεμένη γυναίκα, αρκετά μεγαλύτερη σου, η οποία είναι ευτυχισμένη με την οικογένεια της και αγαπάει τον άντρα της», μονολογούσε συνεχώς εκείνο το βράδυ από τη στιγμή που χωρίσανε. Είχαν καιρό να ιδωθούνε, λογικά θα κάνει αρκετό καιρό να τη ξαναδεί, αυτή με τη δική της καθημερινή ρουτίνα, αυτός με τη δική του, θα καταλαγιάσει αυτό που έχει μέσα του με το πέρασμα του χρόνου, μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται.
            Συχνά δε τυχαίνει να έχετε πολύ καιρό να δείτε κάποιον, και όταν ξαφνικά μια μέρα τον συναντήσετε, να πέφτετε μετά συνέχεια πάνω του; Ε, αυτό συνέβη και στον Μάνο που ενώ είχε χρόνια να συναντήσει την Αλκμήνη, από εκείνη τη φορά που βρεθήκανε στην έκθεση του Θάνου, συνεχώς την έβρισκε μπροστά του: Στο δρόμο, στη καφετέρια (σε διαφορετικά τραπέζια), στο σεμινάριο γλυπτικής που ξεκινούσε σε μια βδομάδα. Άρα η επιμονή του Μάνου να πιστεύει ότι είναι μια ψευδαίσθηση αυτό το κάτι που ένιωθε για αυτή τη γυναίκα, θα ήταν πολύ δύσκολο να αποδειχθεί, έχοντας την στα πόδια του, προγραμματισμένα πλέον 3 φορές την εβδομάδα για τους επόμενους 6 μήνες.
            Κι αν ο Μάνος αντιμετώπιζε έναν εσωτερικό συναισθηματικό πόλεμο, ο Πάνος ζούσε τη δική του κοσμογονία. Ήδη η παράσταση στην οποία συμμετείχε, η πρώτη του με καταξιωμένους στο χώρο ηθοποιούς, πήγαινε περίφημα, ενώ ταυτόχρονα συμμετείχε σε οντισιόν για διαφημίσεις στη τηλεόραση, και για να παίξει στο κινηματογράφο. Η πρόταση μάλιστα για συμμετοχή του (έστω για λίγες εμφανίσεις) σε καθημερινή δραματική σειρά, ήταν το αποκορύφωμα για τον ταλαντούχο ηθοποιό, ο οποίος έβλεπε πολύ γρήγορα τα όνειρα του να παίρνουν σάρκα και οστά. Ανακατατάξεις είχε και στα αισθηματικά του, καθώς με τη Χριστίνα χώρισε, όμως δεν έμεινε για πολύ καιρό μόνος καθώς λίγο καιρό αργότερα τη καρδιά του κέρδισε μια νεαρή συνάδελφος του στο θίασο που συμμετείχε, η Μυρσίνη, μια όμορφη κοπέλα με μεγάλα εκφραστικά μάτια, η οποία ήταν και μια πολύ σπουδαία ερμηνεύτρια. Οπότε γυρνώντας για ένα Σαββατοκύριακο στο πατρικό του κάνοντας ένα μικρό διάλειμμα από τη δουλειά και τις εμφανίσεις του, είχε δύο ευχάριστα νέα να ανακοινώσει στους φίλους του. Το πρώτο, ο καινούργιος του έρωτας με τη Μυρσίνη, την οποία και τους γνώρισε και το δεύτερο, η παράσταση στην οποία συμπρωταγωνιστούσε παίρνοντας πολύ καλές κριτικές, θα ξεκινούσε περιοδεία, περνώντας και από την πόλη που μεγάλωσε και έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Όλοι ήξεραν ότι στο Δημοτικό Θέατρο θα επικρατούσε το αδιαχώρητο, δεν είναι και λίγο πράγμα για τους κατοίκους της περιοχής ο ερχομός ενός ταλαντούχου ηθοποιού για να παίξει σε μια μεγάλη θεατρική παράσταση, που ταυτόχρονα ήταν και συντοπίτης τους. Ευτυχώς ο Μάνος και ο Θάνος είχαν πρόσκληση, ωστόσο τα παιδιά προτίμησαν να τη παραχωρήσουν για να μη βρεθούν στις μπροστινές θέσεις των επισήμων. Και η μεγάλη βραδιά έφτασε. Η προσέλευση του κόσμου μεγάλη, με τη πλατεία και τους εξώστες να έχουν γεμίσει. Ωστόσο η βραδιά εκείνη για τον Μάνο δεν θα περιοριζότανε μόνο στην ευκαιρία να δει τον αδελφικό του φίλο για πρώτη φορά σε ένα έργο δίπλα σε τόσο μεγάλα ονόματα του χώρου, αλλά τον έφερε πάλι αντιμέτωπο με τον εαυτό του και τον κρυφό του πόθο (τον οποίο πάλευε κάθε μέρα να τον σβήσει), μιας και δίπλα του ήρθε να καθίσει ποια άλλη, η Αλκμήνη η οποία ήρθε στο θέατρο χωρίς τον Σταύρο, τον σύζυγο της, με ένα πλατύ χαμόγελο να ανθίζει το πρόσωπο της και ένα εγκάρδιο φιλί στο μάγουλο του Μάνου που προς στιγμή τον αποσυντόνισε τελείως από τη παρακολούθηση της παράστασης, ενώ οι παλμοί της καρδιάς του αυξανόταν κάθε που η Αλκμήνη του σχολίαζε κάτι για τη πλοκή της. Επιτέλους κάποια στιγμή έφτασε στο τέλος της και αυτός βρήκε την ευκαιρία να πάει να συγχαρεί τον φίλο του για τη πραγματικά σπουδαία ερμηνεία του.
Με κάθε τρόπο προσπαθούσε να την αποφύγει, αλλά ταυτόχρονα φώτιζε ολόκληρος όταν την έβλεπε να εμφανίζεται μπροστά του.  Περίεργη αυτή η απροσδιόριστη ευφορία ψυχής που σου φέρνει ο έρωτας, έστω και όταν πρόκειται για έναν καταδικασμένο που δε πρόκειται να ζήσει ποτέ, τουλάχιστον αυτό πίστευε, ενώ κατηγορούσε τον εαυτό του για αυτό που ένιωθε. Ποθούσε μια γυναίκα αρκετά μεγαλύτερη του (σχεδόν 20 χρόνια), παντρεμένη με έναν σύζυγο που αγαπούσε και την αγαπούσε και με δύο υπέροχα παιδιά. Ο ορισμός της οικογενειακής ευτυχίας δηλαδή. Ακόμη κι αν η ίδια θα έδειχνε ποτέ ικανή να ανταποκριθεί στα αισθήματα του, πως θα μπορούσε αυτός να διαταράξει τη γαλήνη μιας τόσο δεμένης οικογένειας; Και ενώ όλα αυτά τριγυρνούσαν στο μυαλό του, ήρθε η πρόταση της Αλκμήνης για ένα ποτό μαζί. Σαββατόβραδο ήταν, ο κόσμος συνηθίζει τις βραδινές εξόδους και αφού τα φιλαράκια του είχαν άλλα σχέδια για τη βραδιά, τι να κάνει, δέχτηκε. Κάποια στιγμή ,έκανε την εμφάνιση του και ο Σταύρος, ο σύζυγος της Αλκμήνης, ένας άνδρας νεότερος από 50 χρονών, καλοφτιαγμένος και γοητευτικός. Δε θα μπορούσε εξάλλου αυτή η γυναίκα να επιλέξει να πορευτεί στη ζωή της με κάποιον λιγότερο προικισμένο. Οι δύο άντρες είχαν γνωριστεί παλιότερα, οπότε το κλίμα μεταξύ τους ήταν φιλικό, ωστόσο ο Μάνος ένιωσε ένα αίσθημα ζήλιας βλέποντας τη ζεστασιά του ζευγαριού. Αμέσως, η φωνή της λογικής μέσα του, όπως συνήθιζε να την αποκαλεί, τον προσγείωσε απότομα γεμίζοντας τον με ενοχές.
             Σε αυτή τη ζωή τελικά από την αρχή ακόμη της δημιουργίας, το απαγορευμένο είναι και το πιο γλυκό, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Ο απαγορευμένος καρπός που έβγαλε τον άνθρωπο από τον Παράδεισο (όπως μας λένε τα Θρησκευτικά των πρώτων τάξεων του δημοτικού), το γλυκό στο βάζο που δε μας αφήνουν οι γονείς μας να φάμε και το κρύβουν στο πιο ψηλό ντουλάπι της κουζίνας, το νυχτερινό μαγαζί που δε μας επιτρέπεται να πάμε γιατί είμαστε πολύ μικροί και γιατί εκεί σερβίρουν αμφιβόλου ποιότητας ποτά, αλλά και οι απαγορευμένοι μεγάλοι μας έρωτες, αυτοί που δε συνάδουν με το κοινωνικό πλαίσιο που διαμορφώσανε οι ίδιοι οι άνθρωποι για θρησκευτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους και τους οποίους είναι οι ίδιοι που καταπατούν για να νιώσουν τη γλύκα της παράνομης ηδονής. Ο έρωτας εξάλλου τυφλός δε λέμε ότι είναι; Οπότε, δε μπορεί πάντα να επιλέγει το ιδανικό δίδυμο ανθρώπων για να συνθέσουν το τέλειο ζευγάρι, το οποίο θα είναι αποδεκτό από τη κοινωνία και όχι ηθικά κολάσιμο. Η καρδιά φυσικά, όπως λένε και τα λαϊκά άσματα, έχει τους δικούς της νόμους και κανόνες, πέρα από τη λογική και τις κοινωνικές νόρμες. Αυτό το ήξερε καλά ο Μάνος που όσο περνούσε ο καιρός και συνέχιζε να συναναστρέφεται με την Αλκμήνη, τη γνώριζε καλύτερα και την ερωτευόταν περισσότερο, χωρίς φυσικά να τολμήσει να της το δείξει, προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν τυπικός απέναντι της. Εξάλλου όσο μπορούσε να κρύβει τα αισθήματα του, ένιωθε ότι δε κάνει κάτι κακό. Ο καθένας μπορεί να σκέφτεται ότι θέλει και να το κρατάει μέσα του όσο μπορεί. Αν το καταφέρνει αυτό, τότε δε δημιουργεί πρόβλημα  σε κανέναν, εκτός ίσως από τον εαυτό του. Η ψύχωση του ωστόσο για την υπέροχη,  στα δικά του μάτια, ύπαρξη στοίχειωνε όλο και περισσότερο τη ζωή του, η συμπεριφορά του άλλαξε απέναντι στους γύρω του, ενώ την αρχική ψυχική ανάταση που φέρνει το συναίσθημα του μικρού φτερωτού θεού, διαδέχθηκε η πίκρα και η απογοήτευση, του από την αρχή διαφαινόμενου, ναυαγίου του ονείρου του.
            Και ενώ η ζωή των φίλων του, προχωρούσε από το καλό στο καλύτερο, με μεγάλες επιτυχίες στη καριέρα τους, η καθημερινότητα του Μάνου, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ο Πάνος κατάφερε να ανοίξει τα φτερά του πέρα από την Ελλάδα και να συμμετάσχει σε μια μεγάλη γαλλοιταλική παραγωγή, με έναν αρκετά καλό ρόλο, ενώ η συγκεκριμένη ταινία ήταν υποψήφια για βραβείο και στο Φεστιβάλ  των Καννών. Ο Θάνος από τη μεριά του, καταξιώθηκε στο χώρο των εικαστικών, με συμμετοχή έργων του στη μεγάλη Μπιενάλε του Πεκίνου, κάτι το οποίο θα φάνταζε ουτοπικό πριν λίγα χρόνια, και το οποίο αποτελούσε ένα σπανιότατο γεγονός, δύο αδελφικοί φίλοι να καταφέρουν να πετύχουν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα τόσα πολλά στο χώρο της τέχνης. Βίοι αντίθετοι για τον Μάνο, ο οποίος πέρα των συναισθηματικών του μπερδεμάτων, έχασε και τη θέση του στο λογιστικό γραφείο που δούλευε. Ο λόγος, όπως του είπαν, οι αναγκαστικές περικοπές προσωπικού που έπρεπε να γίνουν, οπότε σαν ο νεότερος στην επιχείρηση, ήταν αυτός που θα τον έπαιρνε η μπάλα. Αλλά και στη προσωπική του ζωή τα πράγματα δε πήγαιναν καλύτερα, με τα προβλήματα να διογκώνονται συνεχώς και η ζωή του κομμάτι-κομμάτι να γκρεμίζεται μπροστά του. Ο ξαφνικός χαμός ενός πολύ καλού του φίλου από τη σχολή που φοίτησε, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της δυστυχίας που ένιωθε να τον πνίγει.
            Δύο αρνητικές εισηγήσεις στις συνεντεύξεις που έδωσε στην αναζήτηση του για δουλειά και το σαράκι που όλο και μεγάλωνε μέσα του για τον “απαγορευμένο καρπό” (έτσι συνήθιζε να αποκαλεί τον μη συμβατικό έρωτα που ένιωθε για την Αλκμήνη), τον οδήγησαν στην μοιραία και τελευταία πινελιά της ζωής του. Ίσως αν βρισκόταν κοντά του οι φίλοι του εκείνες τις δύσκολες και συνάμα τελευταίες στιγμές του, μπορεί και να τον κρατούσαν ακόμη κοντά τους. Η νεκροψία έδειξε υπερβολική χρήση ηρεμιστικών χαπιών, τη στιγμή που Πάνος και Θάνος ξεσπούσαν σε έναν βουβό θρήνο, μπροστά στο άψυχο κορμί του καλύτερου τους φίλου.
Ένα λουλούδι στο φέρετρο που τον σκέπαζε, από το χέρι της γυναίκας που έκλεψε τη καρδιά του και που ποτέ δεν τόλμησε να της το ομολογήσει, ήταν το τελευταίο χάδι για τη ψυχή του, η οποία είναι βέβαιο ότι θα αγαλλίασε έστω και λίγο βλέποντας το όμορφο δακρυσμένο της πρόσωπο για αυτόν που τελικά νοιαζόταν πραγματικά, όχι φυσικά  με τον τρόπο που ήθελε ο ίδιος. Στο τέλος όμως, το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούμε να αποκτήσουμε σε αυτή τη ζωή αλλά και στην επόμενη δεν είναι οι άνθρωποι; Αυτοί που μας αγαπάνε και μας θυμούνται και οι οποίοι δείχνουν την εκτίμηση τους στο πρόσωπο μας, ακόμη και όταν εμείς δεν είμαστε εκεί για να τους την ανταποδώσουμε.

«Θου Βου»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου