Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Κάμ­πινγκ στὴν πλα­τεί­α Συν­τάγ­μα­τος

Αναμνήσεις ενός αγανακτισμένου...

Poulis,Konstantinos-CampingStinPlateiaSyntagmatos-Eikona-03

02-DeltaΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ πιὸ ὡ­ραί­α φά­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο κάμ­πινγκ. Ἐ­γὼ δὲν μέ­νω σὲ δω­μά­τια, ξε­νο­δο­χεῖ­α κι ἔ­τσι. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ στή­νω σκη­νού­λα ὅ­που γου­στά­ρω. Ἅ­μα εἶ­μαι στὴ θά­λασ­σα κρε­μά­ω καὶ τὸ μα­γι­ὼ στὸ κλα­δὶ καὶ δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί­πο­τα. Ἐ­λευ­θε­ρί­α: πα­τρί­δα μου εἶ­ναι ὅ­που κρε­μά­ω τὸ μα­γι­ώ μου.
       Τὸ μό­νο ποὺ δὲν πε­ρί­με­να ὅ­ταν ἔ­φτα­σα στὴν Ἀ­θή­να ἦ­ταν νὰ βρῶ τό­σο κό­σμο νὰ κά­νει φρὴ-κάμ­πινγκ. Τέ­λεια κα­βά­τζα, στὴν πλα­τεί­α Συν­τάγ­μα­τος, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴ βου­λή, του­α­λέ­τα στὰ μα­γα­ζιὰ στὸ κά­τω μέ­ρος τῆς πλα­τεί­ας, δεν­τρά­κι γιὰ ἴ­σκιο, πε­ρί­πτε­ρο γιὰ τσι­γά­ρα καὶ μπύ­ρες. Πα­ρά­δει­σος. Καὶ ἐ­πει­δὴ ἐ­μέ­να μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ περ­πα­τά­ω, φτά­νεις μὲ τὰ πό­δια Μο­να­στη­ρά­κι, Πλά­κα, ὅ­που θέ­λεις. Ὅ­ταν ἄ­ρα­ξα τὸ πρῶ­το βρά­δυ, δὲν τὸ πί­στευ­α. Ἀ­φή­νω κά­τω τὸ σακ­κί­διο, πιά­νω νὰ στή­σω καὶ ἀ­μέ­σως μα­ζεύ­ον­ται κά­τι τυ­πά­κια, γα­μῶ τὰ παι­διά. Κου­βεν­τού­λα, νὰ μὲ βο­η­θή­σουν, κι­θα­ρί­τσα τὸ βρά­δυ, τσι­γά­ρα πολ­λά, δὲν τὸ πί­στευ­α ὅ­τι παί­ζει τέ­τοι­α φά­ση μέσ’ στὴν Ἀ­θή­να. Εἶ­χε καὶ μιὰ λι­μνού­λα, νε­ρὸ ὄ­χι πό­σι­μο, ἀλ­λὰ στὴ ζέ­στη μπο­ροῦ­σες νὰ βου­τή­ξεις τὸ πο­δά­ρι μέ­σα νὰ δρο­σι­στεῖς, για­τὶ ἦ­ταν Ἰ­ού­λιος.
       Πο­λὺ ὀρ­γα­νω­μέ­νη φά­ση, κά­θε βρά­δυ μὲ συ­ναν­τή­σεις (οὔ­τε κα­τα­σκή­νω­ση νὰ εἶ­χα πά­ει). Εἶ­χε κά­τι πο­λι­τι­κά, κου­βέν­τες κι ἔ­τσι, νὰ ἀ­να­τρέ­ψου­με, κα­τα­στο­λή, τὸ χρέ­ος, ἡ λι­τό­τη­τα… κού­ρα­ση. Τί κά­νει ὁ κα­θέ­νας στὶς δι­α­κο­πές του εἶ­ναι δι­καί­ω­μά του, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν τὴν πα­λεύ­ω μ’ αὐ­τά, τὰ ἀ­κού­ω καὶ νο­μί­ζω ὅ­τι εἶ­μαι πά­λι στὸ σχο­λεῖ­ο. Ἐ­γὼ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἅ­μα ἀλ­λά­ξου­με ὅ­λοι, τό­τε θὰ ἀλ­λά­ξει καὶ ἡ κοι­νω­νί­α, τὸ θέ­μα εἶ­ναι ἐ­σὺ τί κά­νεις, ὄ­χι μὲ κόμ­μα­τα κι ἔ­τσι. Εἶ­χα βρεῖ ὅ­μως ἕ­να παι­δὶ ἀ­πὸ Πρέ­βε­ζα, γα­μῶ τὰ ἀ­το­μά­κια, πο­λὺ δι­α­βα­σμέ­νος, καὶ κά­να­με κου­βέν­τες, ἂν ὑ­πάρ­χει θε­ὸς κ.λπ. Ἐ­γὼ πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ θε­ὸς εἶ­ναι ἕ­νας, ἄλ­λος τὸν λέ­ει Χρι­στό, ἄλ­λος τὸν λέ­ει Μω­ά­μεθ, ἄλ­λος τὸν λέ­ει Βού­δα, ἀλ­λὰ εἶ­ναι πάν­τα ἡ ἴ­δια ἀ­νώ­τε­ρη δύ­να­μη.
       Τὸ τρί­το βρά­δυ, πά­ω νὰ πλύ­νω τὰ δόν­τια μου, μὲ τὴν ὀ­δον­τό­βουρ­τσα στὸ χέ­ρι, καὶ στὸ κά­τω μέ­ρος τῆς πλα­τεί­ας συ­ναν­τά­ω τὴν Κα­τε­ρί­να – τούμ­πα­νο. Ἔ­χει πε­ρά­σει ΤΕΙ ἀλ­λὰ δὲν γου­στά­ρει, φτιά­χνει χα­ϊ­μα­λιὰ καὶ τὰ που­λά­ει στὴ Φο­λέ­γαν­δρο, καὶ δὲν ξέ­ρει τί θὰ κά­νει. Γυρ­νᾶ­με μα­ζί, παί­ζου­με κι­θα­ρί­τσα μὲ κά­τι παι­διὰ ἀ­πὸ τὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ ὁ­μά­δα – μου­σι­κοὶ καὶ ἠ­θο­ποι­οί, ἀ­πὸ αὐ­τὰ τῆς κα­τα­σκή­νω­σης, ποὺ ἔ­χουν ἐ­δῶ, γιὰ νὰ μᾶς κρα­τᾶ­νε ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους. Εἶ­ναι μα­ζὶ καὶ ἕ­νας γε­ρον­το­μαλ­λιάς, ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας τρα­γου­δι­στής, λέ­ει, γα­μῶ τὰ ἄ­το­μα ‒ πολ­λὰ ξύ­δια. Μοῦ λέ­ει ἡ Κα­τε­ρί­να «πᾶ­με νὰ φέ­ρου­με μπύ­ρες;» καὶ παίρ­νει τὸ σκύ­λο της καὶ πᾶ­με. Ὁ σκύ­λος ἐν τῶ με­τα­ξὺ ἔ­χει πιά­σει φι­λί­ες κι αὐ­τὸς μὲ μιὰ σκυ­λί­τσα καὶ ὅ­λο μου­σου­δι­ά­ζον­ταν, γλύ­κα ἦ­ταν. Τὶς Κυ­ρια­κὲς μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα εἶ­ναι πο­λὺ ὡ­ραῖ­α. Ἐ­γὼ ἔ­χω μιὰ κα­ρε­κλί­τσα καὶ τὴ βγά­ζω στὸ χορ­τά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ καὶ δι­α­βά­ζω τὸ βι­βλί­ο μου, τὴν Ἀ­σκη­τι­κὴ τοῦ Κα­ζαν­τζά­κη. Ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα καὶ με­τὰ ὅ­μως δὲν πα­λεύ­ε­ται ἡ κα­τά­στα­ση, ὁ κό­σμος εἶ­ναι τό­σο πο­λὺς ποὺ δὲν ἀν­τέ­χω κα­θό­λου. Προ­χθὲς ση­κώ­θη­κα κι ἔ­φυ­γα, πῆ­γα μὲ τὰ πό­δια πρὸς Μο­να­στη­ρά­κι, πλα­τεί­α, καὶ ἄ­ρα­ξα.
       Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι ἐ­πει­δὴ τὸ κάμ­πινγκ γει­το­νεύ­ει μὲ τὴ βου­λή, εἴ­χα­με συ­νε­χῶς μπά­τσους στὸ κε­φά­λι μας. Ποῦ καὶ ποῦ γι­νό­ταν κα­νέ­νας σα­μα­τάς, ἀλ­λὰ πιὸ πο­λὺ στὴν πά­νω πλευ­ρὰ τῆς πλα­τεί­ας, ποὺ ἦ­ταν τε­λεί­ως ἄλ­λη φά­ση, παπ­που­δα­ριὸ κι ἔ­τσι. Ὅ­μως ὁ κό­σμος λι­γό­στευ­ε, φεύ­γα­νε γιὰ κα­λο­καί­ρι. Ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα μί­α, δὲν ἔ­παι­ζε νὰ φύ­γω γιὰ νη­σά­κι, ὁ­πό­τε ἄ­ρα­ξα ἐ­κεῖ. Καὶ ἕ­να πρω­ί, δυ­ὸ-τρεῖς ὡ­ρί­τσες ἀ­φοῦ εἴ­χα­με πά­ει γιὰ ὕ­πνο, χι­μᾶ­νε πά­νω μας οἱ μπά­τσοι καὶ τὰ τσα­κί­ζουν ὅ­λα. Παίρ­νουν τὶς σκη­νὲς πα­ρα­μά­ζω­μα, μὲ μπουλ­ντό­ζες, καὶ τὸ κά­νουν ἴ­σω­μα, ὅ­λο τὸ κάμ­πινγκ. Μὲ ἐν­το­λὴ τοῦ δη­μάρ­χου, λέ­ει… Τὰ ἴ­δια παν­τοῦ, ρὲ φί­λε, οἱ δω­μα­τιά­δες. Ἐ­πει­δὴ ἔ­χει ξε­νο­δο­χεῖ­α ἐ­κεῖ δί­πλα, Με­γά­λη Βρε­ταν­νί­α καὶ ἄλ­λο ἕ­να, δὲν ἀ­φή­νουν νὰ κα­τα­σκη­νώ­νει ὁ κο­σμά­κης φρή. Δὲν σὲ πεί­ρα­ξα, ρὲ με­γά­λε, δη­μό­σιος εἶ­ναι ὁ χῶ­ρος. Ἀλ­λὰ οἱ δω­μα­τιά­δες παν­τοῦ ἴ­διοι εἶ­ναι. Βά­λαν τοὺς μπά­τσους καὶ τὰ δι­α­λύ­σα­νε. Ἀ­γα­νά­κτη­σα, φί­λε, μοῦ ση­κώ­θη­κε ἡ τρί­χα! Ὅ­πως δὲν εἶ­χα πι­εῖ καὶ κα­φέ, ὁρ­μά­ω καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ φω­νά­ζω, τὴν ὥ­ρα ποὺ μοῦ κου­ρέ­λια­ζαν τὴ σκη­νή: ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι δη­μό­σιος, ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι δη­μό­σιος! Δὲν ἔ­χεις δι­καί­ω­μα! Τρώ­ω μί­α μὲ τὸ γκλὸμπ στὸ κε­φά­λι, καὶ τὰ κά­ναν ἴ­σω­μα ὅ­λα. Ἀ­γα­νά­χτη­ση, ρέ, τὴν κα­τά­ρα μου νά ’­χουν, καὶ οἱ κω­λόμ­πα­τσοι καὶ οἱ δω­μα­τιά­δες.


Κωνσταντίνος Πουλής - Ὁ θερμοστάτης (ἐκδ. Μελάνι, 2014).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου