Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ



Χρόνια έστεκε στο βυθό η Ανεμόεσσα. Ασάλευτη, μήτε το κύμα, μήτε κι η παλίρροια μπόρεσαν ποτέ να την κουνήσουν, να την μετακινήσουν έστω λίγο, από 'κει που βυθίστηκε. Κι ας λύσσαξαν, χρόνια ολάκερα. Κι ας κάλεσαν για βοήθεια τ' αδέρφια τους, τα κύματα του ωκεανού, από θάλασσες μακρινές, που δύναμη μεγάλη έχουν. Αυτά, που αν το θελήσουν, καράβια δέκα φορές μεγαλύτερα απ' αυτήν, με μιας στον πάτο τα στέλνουν. Κι όταν τα πιάσει μανία, αγριεύουν, γίνονται τσουνάμι, βγαίνουν στη στεριά και παίρνουν μαζί τους, ότι θελήσουν. Όσα ήλιος κι αέρας, με τη γη αντάμα δημιούργησαν.

Η Ανεμόεσσα όμως, τους περιγελούσε. Το πήραν απόφαση κι αυτά, και το κύμα και η παλίρροια, κι άλλο δεν είχαν από το να γίνουν φίλοι. Και της στείλαν δώρα. Κοχύλια και κοράλλια σπάνια, που καλά κρυμμένα φύλαγαν σε σπηλιές, να μη τα βλέπουν μάτια ανθρώπων ζηλόφθονα. Κι αυτή, τα κόλλησε πάνω της, στολίστηκε νύφη και γήτεψε τους εραστές της θάλασσας, καβούρια κι αστακούς και τεράστια χταπόδια, που βυθίστηκαν στο κορμί της και κάναν φωλιές και πλήθαιναν. Κι έγινε το κουφάρι της Ανεμόεσσας ένας κόσμος ολάκερος, πολύβουος με δάση από πράσινα φύκια.

Ξημέρωμα είχε σηκώσει την άγκυρα η Ανεμόεσσα, από την άλλη μεριά του νησιού. Γεμάτη καρπούς της θάλασσας, σφουγγάρια και κοχύλια σπάνια κι αστερίες, να τα πάει σε μακρινό λιμάνια κι από κει να ταξιδέψουν στη στεριά, να φτάσουν σε σπίτια που 'ναι μακριά από θάλασσα, να τα στολίσουν. Κι οι στεριανοί να τα θαυμάζουν και να ονειρεύονται δρόμους της θάλασσας και καράβια μ' άσπρα πανιά.

Μήνες μάζευαν οι ναυτικοί, κι ο καπετάν Νικόλας παρέα, τους θησαυρούς της θάλασσας. Κάθε χρόνο έτσι γινόταν. Και πριν έρθει ο χειμώνας, φόρτωναν την Ανεμόεσσα και κινούσαν για λιμάνι μακρινό, με τις ευχές των δικών τους. Τη χρόνιά εκείνη όμως δεν κουβαλούσαν μόνο τον κόπο τους. Δώρο έστειλε ο έρωτας στον καπετάν Νικόλα, τη Λενιώ, μιας μέρας καπετάνισσα. Το πρωί άλλαξαν τα στέφανα. Δυο χρόνια είχε κρατήσει ο αρραβώνας. Να μεγαλώσει η Λενιώ. Να κλείσει τα δεκαοχτώ, να την χαρούν κι οι γονείς της, που μοναχή την είχαν. Κι έγινε γάμος που όμοιό του δεν θυμόντουσαν οι μεγαλύτεροι. Όλο το νησί γλέντησε και χάρηκε το ταιριαστό ζευγάρι. Κι όλο το νησί , το ξημέρωμα, ευχήθηκε κατευόδιο στους νιόπαντρους, που με την Ανεμόεσσα, κινούσαν για μακρινό λιμάνι.

Μόνη η Λενιώ στην καμπίνα του καπετάνιου περίμενε τον Νικόλα της με το κορμί της να ριγά. Δυο χρόνια αρραβωνιασμένη δεν είχε γευτεί τον έρωτα. Αυστηροί οι γονείς της , παλαιών αρχών, κι ο Νικόλας τους σεβόταν πολύ, δεν ήθελε να τους κακοκαρδίσει. Περίμενε να γίνει ο γάμος για να πάρει στην αγκαλιά τη Λενιώ, γυναίκα του πια. Μα αργούσε να κατέβει στην καμπίνα και η καρδιά της χτυπούσε, έναν χτύπο περίεργο, φόβο και λαχτάρα μαζί. Είχε φορέσει το άσπρο της νυχτικό που είχε κεντημένα γύρω στο λαιμό λουλούδια ροζ, ξεσηκωμένα από το κιτρινισμένο νυφιάτικο νυχτικό της μάνας της.

Κι ο Νικόλας ανυπομονούσε να τη σφίξει στην αγκαλιά του. Φοβόταν όμως να κατέβει στην καμπίνα του. Οι ναύτες όλοι μεθυσμένοι από το γλέντι του γάμου, τριγύρναγαν στο κατάστρωμα της Ανεμόεσσας λες και δεν είχαν ξαναταξιδέψει, λες και δεν ήξεραν τι έπρεπε καθένας τους να κάνει. Και ο καπετάνιος να φωνάζει, να δίνει εντολές και να σκέφτεται τη Λενιώ. Στο τέλος νίκησε ο έρωτας. Άφησε το τιμόνι στον Μιχάλη που τον εμπιστευόταν και του φάνηκε λιγότερο πιωμένος απ' τους άλλους και κίνησε για την καμπίνα. Σκέφτηκε, τόσες φορές το είχαν κάνει αυτό το ταξίδι, και με κλειστά μάτια θα 'βρισκαν το δρόμο. Τις ξέρες γύρω από το νησί τις γνώριζαν σαν την παλάμη του χεριού τους. Κι η Λενιώ τον περίμενε.

Το μπουρίνι ξέσπασε ξαφνικά.

Η Ανεμόεσσα τραντάχτηκε από το χτύπημα στον ύφαλο μόλις η νύφη κι ο γαμπρός είχαν απλώσει με λαχτάρα τα χέρια, να δέσουν τα κορμιά τους στο πρώτο τους αγκάλιασμα. Σαν πληγωμένο αγρίμι ο Νικόλας ουρλιάζοντας, όρμησε έξω από την καμπίνα, ν' ανέβει πάνω να σώσει ό, τι μπορεί. Από πίσω τον ακολούθησε η Λενιώ με το λευκό της νυχτικό, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα προσπαθώντας να σκαρφαλώσει τη σκάλα και φωνάζοντας «Νικόλα, Νικόλα».

Όλο το νησί, που το βράδυ γλεντούσε στο γάμο, το πρωί μαζεύτηκε στην άλλη πλευρά του νησιού, εκεί που επέπλεαν πτώματα ανάμεσα σε σφουγγάρια. Και ανάμεσα στα κορμιά που έβγαζε η θάλασσα κι αυτό της Λενιώς, με το άσπρο νυχτικό που είχε κεντημένα ροζ λουλούδια. Κανείς δεν γλίτωσε. Τους μέθυσε το κρασί τους κοίμισε η θάλασσα. Κι η Ανεμόεσσα με το κορμί της γεμάτο πληγές απ' τα βράχια, έκατσε στο βυθό. Μέχρι το βράδυ της ίδιας μέρας είχαν ταφεί όλοι οι πνιγμένοι. Βούιξε το νησί από το μοιρολόι και μαύρισε απ' τους μαυροντυμένους. Τη Λενιώ την έθαψαν την άλλη μέρα. Περίμεναν οι χαροκαμένοι γονείς να την θάψουν αγκαλιά με τον άντρα της. Τον Νικόλα. Τον μόνο που δεν βρήκανε. Ψάξαν όλες τις παραλίες, όλες τις σπηλιές του μικρού νησιού αλλά, πουθενά ο καπετάνιος. Στο τέλος είπανε πως ή το κύμα θα τον πήρε και θα βρισκόταν κάποτε μακριά ή, θα 'χε μπλεχτεί και θα 'ταν στο βυθό μαζί με την Ανεμόεσσας. Δεν βρέθηκε όμως στο κουφάρι του καραβιού ο Νικόλας. Κι ας τον ψάχνανε για μέρες οι καλύτεροι βουτηχτάδες του νησιού.




Πέρασαν χρόνια. Η Ανεμόεσσα πάντα στο ίδιο σημείο φορτώθηκε τα στολίδια της θάλασσας. Την ανακάλυψαν οι άνθρωποι κι έγινε αξιοθέατο. Και γέμισε η παραλία τουριστικά μαγαζιά κι ερχόντουσαν από μακριά άνθρωποι να νοικιάσουν στολές να βουτήξουν να θαυμάσουν το ναυάγιο. Χτίστηκαν και μικρές πανσιόν να μένει ο κόσμος τα βράδια. Δεν ήταν η παραλία απ' αυτές που κάποιος θα διάλεγε για να χαρεί τις ομορφιές της θάλασσας. Ούτε να κολυμπήσει καλά καλά δεν θα μπορούσε. Παντού βράχια μυτερά. Έμεναν όμως πολλοί , για μέρες εκεί. Και ξαγρυπνούσαν για να δουν την νύφη. Και να την ακούσουν. Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζονταν. Από τότε που κάποιος, πρώτος είπε πως είδε κάτω απ' το φεγγάρι μια κοπέλα, ντυμένη στ' άσπρα να περπατάει στην παραλία και να φωνάζει «Νικόλα», δεν υπήρχε άνθρωπος που να έμεινε βράδυ εκεί και να μην την είδε. Και η φήμη απλώθηκε, ταξιδιωτικά γραφεία οργάνωναν εκδρομές και φτάναν πούλμαν με τουρίστες και χτίζονταν καταλύματα και ταβέρνες και μαγαζιά. Και η περιοχή ονομάστηκε Ανεμόεσσα.

Ώσπου, κάποιος αποφάσισε να χτίσει ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Διακόσιες κλίνες λέγανε. Χαράχτηκε και ο δρόμος που θα ένωνε τη Χώρα με την παραλία. Δεν μπορούσε ένας απλός χαλικοστρωμένος δρόμος να οδηγεί σε μια τόσο τουριστική περιοχή. Δεν αρκούσε όμως. Έπρεπε και διάφορα πλεούμενα να μπορούν να φτάνουν εκεί. Έπρεπε να φτιαχτεί και μαρίνα, για να δένουν. Άρχισαν λοιπόν, συγχρόνως με το χτίσιμο του ξενοδοχείου, να καθαρίζουν και το βυθό γύρω από την παραλία. Τότε αποφάσισαν πως η Ανεμόεσσα εμπόδιζε και έπρεπε να την μετακινήσουν από το σημείο που βρισκόταν και να την βγάλουν έξω. Σκέφτηκαν, πως ίσως να ερχόντουσαν περισσότεροι τουρίστες γιατί δεν είχαν όλοι την δυνατότητα να φορέσουν στολή δύτη και να βουτήξουν για να την θαυμάσουν. Οργανώθηκε λοιπόν μεγάλη επιχείρηση. Έφεραν μηχανήματα και τεράστιους γερανούς , μέχρι και από το εξωτερικό, και άρχισαν να σηκώνουν το ναυάγιο από το βυθό. Μέχρι να βγάλουν την Ανεμόεσσα στην παραλία όλος ο κόσμος που την κατοικούσε την είχε εγκαταλείψει. Χταπόδια κι αστακοί και καβούρια πετάχτηκαν από τις κρυψώνες τους και έφυγαν ν' αναζητήσουν αλλού σπίτι ασφαλές. Και έμειναν μόνο τα κοχύλια κολλημένα πάνω στο κορμί της, θαμπά, χωρίς την λάμψη που είχαν μέσα στο βυθό.

Έκανε ώρα πολλή να κατακάτσει η άμμος που σηκώθηκε καθώς μετακινήθηκε το κουφάρι της Ανεμόεσσας. Και όταν καθάρισε το νερό, ένα άλλο κουφάρι ανθρώπου, ξεβράστηκε στην παραλία. Ήταν του καπετάν Νικόλα που βρισκόταν τόσα χρόνια εγκλωβισμένο κάτω από την Ανεμόεσσα και ελευθερώθηκε. Τον πήραν οι νησιώτες και τον έθαψαν στον τάφο της Λενιώς. Να ολοκληρωθεί ο γάμος ο ανολοκλήρωτος. Να πάψει η λευκοντυμένη κοπέλα να γυρνάει τα βράδια και να τον ψάχνει.

Δυο χρόνια πέρασαν από την ανέλκυση της Ανεμόεσσας. Τίποτα από όσα περίμεναν αυτοί που έκαναν σχέδια για την αξιοποίηση της παραλίας δεν πραγματοποιήθηκε. Τώρα το μεγάλο ξενοδοχείο είναι απλά, ένας σκελετός από μπετόν, τα μαγαζιά και οι πανσιόν εγκαταλελειμμένα και η Ανεμόεσσα, ένας σωρός από ξύλα και σίδερα σκουριασμένα. Χάθηκαν και οι τουρίστες. Βλέπεις δεν ήταν και καμιά παραλία της προκοπής. Ούτε μπάνιο δεν μπορούσε να κάνει κανείς. Και το σπουδαιότερο, κανείς δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτός, αν ισχυριζόταν, πως είδε κάτω από το φως του φεγγαριού μια λευκοντυμένη κοπέλα, να περπατάει στην παραλία φωνάζοντας «Νικόλα, Νικόλα».


ΑΝΑΤΟΛΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου