Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

The Snake

Η ιστορία μιας συμπονετικής κυρίας κι ενός φιδιού που (κανονικά) της χρωστούσε την ζωή του...



Al Wilson - The Snake

Lyrics:

On her way to work one mornin',
Down a path alongside the lake,
A tender-hearted woman,
Saw a poor half-frozen snake.
His pretty colored skin
Had been all frosted with the dew,
"Poor thing," she cried, "I'll take you in,"
"And I'll take care of you."
"Take me in, tender woman,
Take me in, for heaven's sake,
Take me in, tender woman,"
Sighed the snake.

She wrapped him up all cozy,
In a comforter of silk.
And laid him by the fireside
With some honey and some milk.
Well she hurried home from work that night
And soon as she arrived,
She found that pretty snake
She'd taken in had been revived.
"Take me in, tender woman,
[ Find more Lyrics on http://mp3lyrics.org/VqdT ]
Take me in, for heaven's sake,
Take me in, tender woman,"
Sighed the snake.

Now, she clutched him to her bosom,
"You're so beautiful," she cried.
"But if I hadn't brought you in,
By now you might have died."
Now she stroked his pretty skin again,
And then kissed and held him tight.
Instead of saying, "Thanks,"
That snake gave her a vicious bite.
"Take me in, tender woman,
Take me in, for heaven's sake,
Take me in, tender woman,"
Sighed the snake.

"But, I saved you," cried that woman,
"And you've bitten me, but why?
You know your bite is poisonous,
And now I'm gonna die."
"Aw, shut up, silly woman,"
Said that reptile, with a grin.
"You knew damn well I was a snake,
Before you brought me in."
"Please, take me in, oh, tender woman,
Take me in, for heaven's sake,
Take me in, tender woman,"
Sighed the snake.


Το φίδι

Στο δρόμο της για την δουλειά ένα πρωί
κάτω στο μονοπάτι κατά μήκος της λίμνης
μία ευαίσθητη κυρία
είδε ένα καημένο, μισοπαγωμένο φίδι.
Το όμορφο, γεμάτο χρώματα δέρμα του
είχε παγώσει με την πρωινή δροσιά
‘Φτωχό μου πλάσμα’ φώναξε, ‘θα σε πάρω μαζί μου
και θα σε φροντίσω’…
‘Πάρε με μαζί σου, τρυφερή κυρία,
πάρε μέσα, για το όνομα του Θεού
πάρε με μαζί σου, τρυφερή κυρία…’
Αναστέναξε το φίδι…

Το τύλιξε ζεστά
σ’ ένα μεταξένιο κασκόλ
και το άφησε δίπλα στην φωτιά
με λίγο μέλι και λίγο γάλα.
Λοιπόν, βιάστηκε να πάει σπίτι απ’ την δουλειά εκείνη τη νύχτα
και μόλις έφτασε
βρήκε το όμορφο φίδι που είχε πάρει
να έχει αναστηθεί…
‘Πάρε με μαζί σου, τρυφερή κυρία,
πάρε μέσα, για το όνομα του Θεού
πάρε με μαζί σου, τρυφερή κυρία…’
Αναστέναξε το φίδι…

Τώρα το κρατούσε στο στήθος της
‘Είσαι τόσο όμορφο’ φώναξε
‘Αλλά αν δεν σε είχα φέρει εδώ μέσα
ως τώρα μάλλον θα είχες πεθάνει…
Τώρα χάιδεψε το όμορφο δέρμα του ξανά
το φίλησε και το κράτησε σφιχτά.
Αντί να πει ‘ευχαριστώ’ το φίδι
της έδωσε ένα μοχθηρό δάγκωμα…
‘Πάρε με μαζί σου, τρυφερή κυρία,
πάρε μέσα, για το όνομα του Θεού
πάρε με μαζί σου, τρυφερή κυρία…’
Αναστέναξε το φίδι…

‘Αλλά εγώ σε έσωσα’ τσίριξε η γυναίκα
κι εσύ με τσίμπησες, γιατί;
Ξέρεις ότι το δάγκωμά σου είναι δηλητηριώδες
και τώρα εγώ θα πεθάνω…’
‘Α, σκάσε, ανόητη γυναίκα’ είπε το ερπετό,
μ’ ένα πλατύ χαμόγελο δείχνοντας τα δόντια του
‘ήξερες γαμώ το πώς ήμουν φίδι, πριν να με φέρεις εδώ!’
‘Πάρε με μαζί σου, τρυφερή κυρία,
πάρε μέσα, για το όνομα του Θεού
πάρε με μαζί σου, τρυφερή κυρία…’
Αναστέναξε το φίδι…

1 σχόλιο:

  1. Μια "συμπονετικά" ανόητη κυρία??
    Ή μια ανόητη κυρία απλώς?
    Καλημέρα!

    Νέμεσις

    ΑπάντησηΔιαγραφή