Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Μικρή ιστορία


Με το τραγούδι και το κρασί στου Διόνυσου την βαρκα....


‘Ενα βαρέλι Δρύινο που φτιάχτηκε με γούστο, σε μια ταβέρνα έφτασε
να δώσει φίνο μπρούσκο.
Ο ταβερνιάρης τ' άνοιξε να βάλει να κεράσει και κείνο  άπλωσ' άρωμα
 όπως η ομίχλη δίχτυ
Όλη η πόλη μέθυσε μόνο απ’ τ' άρωμα του, χίλια παιδιά γεννήθηκαν
μετά το πέρασμα του
τρελό μεθύσι που μείνε στην ιστορία της πόλης, ξυπνήσαν γέροι και άρρωστοι
χορεύαν σαλεμένοι

Ένας αιώνας πέρασε αργά πρωί με βράδυ και το βαρέλι άντεξε
στης υγρασίας το χάδι
Το βρήκε φίνος μάστορας του μπουζουκιού τεχνίτης , για νύχτες το ‘χε εκατό ,
τό 'τρίβε, του μιλούσε
σε ντούγιες το 'κοψε στενές το σώμα για να ντύσει και του δώσε φα δίεση φωνή
για να μιλήσει
Μία προς μία τις έσκαψε με τέχνη και μεράκι,  φίνες χορδές του πέρασε,
φιγούρα στο καπάκι

Όταν πια το ετοίμασε κι έβαλε τα καλά του,  σε γλέντι το κουβάλησε
μαζί με την κυρά του
Ο κόσμος όλος πρόσμενε ν' ακούσει τη λαλιά του, μέχρι και ένας τραγόπαπας
άφησε την μπουκιά του
Μα 'γινε ξάφνου μαγικό στην πρώτη του πενιά,  σαν το χωριό να σκέπασε
του μπουζουκιού η μιλιά
Μόλις οι νότες έσκασαν στον παγωμένο αέρα, μέθυσαν όλοι με την μιά,
κι η νύχτα έγινε μέρα.

Το οργανάκι χάθηκε που ‘φερε το μεθύσι, έψαχνα χρόνια να το βρω
μα χάθηκε απ’ την φύση
Μα χθες το βράδυ, στον βαρύ τον ύπνο μου, σαν χάδι,  γυμνή, του ονείρου αρπίστρια
ήρθε και μου μιλούσε,
Μου ‘λεγε για τα γλέντια τους εκεί στον άλλο κόσμο και μου πε πως εκείνη η Δρυς
πριν να γενεί βαρέλι,
ή όργανο γλυκόπαιχτο και βγει στον κόσμο τσάρκα, τα ξύλα της εστόλιζαν
του Διόνυσου τη Βάρκα…


Σπύρος Βαρθολομαίος

1 σχόλιο: