Η παλιά (και αξέχαστη) επιτυχία του Χάρυ Κλυν, γίνεται remake μεταφερμένη στο σήμερα, σε Στίχους του (πολύ καλού) φίλου και συνεργάτης της Στιχο-Μυθίας Γιάννη Μπελεσιώτη!
Στίχοι: Γιάννης Μπελεσιώτης
Μουσική: Νίκος Στρατηγός
Πρώτη εκτέλεση: Χάρυ Κλυνν
Περάσαν’ σχεδόν τριάντα χρόνια
μα εδώ δεν αλλάξαν’ πολλά
αυτοί στα ψηλά τα μπαλκόνια
βλέπουν τον Έλληνα
μαλακά, πιο μαλακά
βλέπουν τον Έλληνα πιο μαλακά…
Βουλιάξαν’ τη χώρα στα χρέη
πατώσαμε κανονικά
κι αν κάποιος βρεθεί που να φταίει
πάντα τον ρίχνουνε
μαλακά, στα μαλακά
πάντα τον ρίχνουνε στα μαλακά…
Προχθές μου την πέσανε πάλι
τα φάγαμε μου 'παν μαζί
και μένα μου ήρθε μια ζάλη
πότε τα έφαγα
μαλακά, ρε μαλακά
φράγκο δεν έφαγα ρε μαλακά…
Και κοίτα που φτάσαμε τώρα
να λέμε γιαβόλ και ουί
στην ίδια μας μέσα τη χώρα
μας τον φορμάρουνε
μαλακά, αχ! μαλακά
μας τον φορμάρουνε οι μαλακά…
Πως βρέθηκε μου παν’ η λύση
σίγουρη, γρήγορη, απλή
το ‘χουνε λέει κανονίσει
και θα με σώσουνε
μαλακά, πιο μαλακά
σώστε με αν γίνεται πιο μαλακά…
Θα δώσουμε Κρήτη, Ιόνιο
Αιγαίο και Ρόδο μαζί
Και ότι άλλο πει το μνημόνιο
δείχνω συναίνεση
μαλακά, πιο μαλακά
δείχνω συναίνεση ο μαλακά...
Αμερικανοί κι Ευρωπαίοι
Απόβαση κάνανε εδώ
Κι ο κόσμος που λοίσθια πνέει
μπαίνει στο internet
μαλάκα πιο μαλακά
ψάχνει στο Google να βρει τα λεφτά….
Περάσαν σχεδόν τριάντα χρόνια
κι εδώ όλα ίδια ξανά
στην πρώτη γραμμή τα κλεφτρόνια
κι εμείς τον πίνουμε
μαλακά πιο μαλακά
πάλι τον πίνουμε πιο μαλακά...
Ας θυμηθούμε και την πρωτη version σε στίχους Γιάννη Κακουλίδη...
Στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης
Μουσική: Νίκος Στρατηγός
Πρώτη εκτέλεση: Χάρυ Κλυνν
Θα πω ένα τραγούδι στο πιάνο
Γι’ αυτά που κανείς δεν τολμά
Κι αν πω κατιτί παραπάνω
Να μου φωνάξετε
Μαλακά, πιο μαλακά,
Πες τα τουλάχιστον πιο μαλακά
Ο πολιτικός στο μπαλκόνι
Μιλάει και λέει πολλά
Κι ο κόσμος που ακούει πελαγώνει
Και λέει από μέσα του
Μαλακά, πιο μαλακά,
Βγάλε το λόγο σου πιο μαλακά
Μας είπανε ότι τα ράντσα
Θα φύγουν απ’ τις κλινικές
Και θα’ χουν κρεβάτια καβάντζα
Για να ξαπλώνουμε
Μαλακά, πιο μαλακά,
Να μας ξαπλώνουνε πιο μαλακά
Τα μέτρα περί δακτυλίου
Τα βάλανε προσωρινά
Σου το’ παν την 1η Απριλίου
Για να σε πιάσουνε
Μαλακά, πιο μαλακά
Για να σε πιάσουνε πιο μαλακά
Μην τρέμεις για την Εφορία
Γιατί μον’ αυτή σ’ αγαπά
Δως της λοιπόν ευτυχία
Να σε γραπώσουνε
Μαλακά, πιο μαλακά,
Καν’ τις δηλώσεις πιο μαλακά
Με λόγια και λόγια και λόγια
Σε φέρανε τούμπα ξανά
Κι ενώ σου την κάναν λαμόγια
Πάλι τους πίστεψες
Μαλακά, πιο μαλακά,
Πάλι τους πίστεψες πιο μαλακά
Μου λες να σε ξαναψηφίσω
Γιατί μου’ χεις φτιάξει πολλά
Την ψήφο μου για να τιμήσω
Είν’ απαραίτητο
Μαλακά, πιο μαλακά,
Να σου τη ρίξω κι εγώ μαλακά
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπελεσιώτης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπελεσιώτης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011
Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011
Χανιά – Θεσσαλονίκη

Εδώ δε φύσαγε άνεμος -σιρόκος ή βαρδάρης
και τα καράβια μόνα τους σάπιζαν στα καρνάγια
Κι ο κάθε καπετάνιος μας γέρος και κουρελιάρης
πνιγόταν ολομόναχος σε στεριανά ναυάγια
Κι εκείνα τα περήφανα σοκάκια στα λιμάνια
που άλλοτε μούτσοι γελαστοί τα πέρναγαν παρέα
τώρα απλά υποδέχονται τουρίστες καραβάνια
διαφημίζοντας φτηνά δωμάτια με θέα
Η θάλασσα που αγάπησες κι αυτή έχει αλλάξει
Τώρα γλυφή κι ακάθαρτη σα καραβιού σεντίνα
Κι οι πρώην θαλασσόλυκοι σαν πάπιες έχουν κάτσει
που ούτε σε θερμαινόμενη δε μπαίνουνε πισίνα
Τι τα γυρεύεις, τι τα θες, το ξέρεις -όλα αλλάζουν
μανικετόκουμπα χρυσά σήμερα δε φοράμε
βλέπεις στα γούστα των καιρών που ζούμε δεν ταιριάζουν
κι οι οίκοι μόδας φρόντισαν πια να μην τα πουλάνε
…………………………………………………………………………………….

Κάτω από φώτα κόκκινα εδώ είναι τα μπορντέλα
Και τα Χανιά κουράστηκαν να κλαιν για τα παλιά
Για τότε που άντρας ο Νοτιάς κι η θάλασσα κοπέλα
Στέλναν’ με κύμα το S.O.S προς την Καλαμαριά….
Γιάννης Μπελεσιώτης
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
Δεν τις μετράω τις χρονιές

Φωτάκια κοροϊδεύουνε της πόλης το σκοτάδι
σα μάτια ανοιγοκλείνουνε σα μάτια ερωτευμένα
Εγώ ποτέ δε ζήτησα δικό σου κάποιο χάδι
κι ας το ‘θελα να βρίσκομαι κοντά σου απεγνωσμένα
Τα αμάξια σταματήσανε στο κέντρο της Αθήνας
σα να ‘χει ανάψει κόκκινο σε κάθε σταυροδρόμι
Αχ! να ‘μουν στο μελίσσι σου ένας κι εγώ κηφήνας
να με ζηλεύουν οι θεοί και οι μελισσοκόμοι
Ανάβουν τα βεγγαλικά κι ο ουρανός τρομάζει
Ο κόσμος στα παράθυρα σηκώνει όλα τα στόρια
Έφυγε ακόμα μια χρονιά μα εμένα δε με νοιάζει
Δεν τις μετράω τις χρονιές όταν τις ζούμε χώρια…
Γιάννης Μπελεσιώτης
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
Χάρης

Είδα πάλι χθες βράδυ το Χάρη
να φοράει το φούξια φουλάρι
οδηγώντας μια chopper motό
Στο κεφάλι πολύχρωμο κράνος
κι ήταν φίλε φτυστός ινδιάνος
φάτσα κάρτα στο Λυκαβηττό
Βάζει πρώτη καρφί και μαρσάρει
ποιος τον πιάνει τον άνεμο Χάρη
και ποιος φίλε τον κάνει καλά
Στο λαιμό του το φούξια φουλάρι
τον αέρα για δες πώς σνομπάρει
κοίτα πόσο γουστάρει τρελά
Βάζει δεύτερη, σκάει την τρίτη
δε θα πάει το βράδυ απ’ το σπίτι
είναι η νύχτα απόψε ζεστή
κι όσο έχει καβάτζα βενζίνα
θα γνωρίζει ξανά την Αθήνα
και αυτή θα τον έχει εραστή…
Είδα πάλι χθες βράδυ το Χάρη
να φοράει το φούξια φουλάρι
οδηγώντας μια chopper motό
και την άκρη της μαύρης του σέλας
να αστράφτει σα βόρειο σέλας
στης Αθήνας το γκρίζο μπετό…
Γιάννης Μπελεσιώτης
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
Ο Γιάννης το σαΐνι

Με το κορμί Διαβόλου
η Μαίρη στην Αιόλου
φωτιά το διάβα της
Κι ο Γιάννης αχ! πώς θέλει
τη φλόγα και το μέλι
από τη λάβα της
Τη βλέπει πώς αστράφτει
κι αυτός σκορπάει σα στάχτη
απ’ τον αέρα της
Μα πιο πολύ απ’ τη Μαίρη
τον καίει και το ξέρει
στο χέρι η βέρα της…
Μαύρο η ψυχή του κρέπι
το θέλω και το πρέπει
σκληρά μαλώνουνε
Τα μάτια κατεβάζει
γιατί όταν την κοιτάζει
πονάν’ βουρκώνουνε
Δε θέλει να το δείχνει
μα του έρωτα τα ίχνη
μιλούν, φωνάζουνε
Κι απ’ το μονό κρεβάτι
στην κόλαση αποστάτη
τον κατεβάζουνε…

Κι ο Γιάννης το σαΐνι
σκοτώνεται για κείνη
και ανασταίνεται
Κι αν δεν καεί μια μέρα
στην πυρκαγιά απ’ τη βέρα
του κακοφαίνεται…
Γιάννης Μπελεσιώτης
Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010
Θησείο

Είναι αδιάφορη η παρέα γενικά...
Εσύ, γελάς ευγενικά με κάποιο αστείο
Κι εγώ, ελπίζω αυτό το βράδυ στο Θησείο
να ‘χω μαζί σου μια ευκαιρία τελικά

Σκεφτόμουν πάλι όλη νύχτα τι να πω
Αν πρέπει τάχα, έτσι τυχαία, να σ' αγγίξω
ή κάποιο τρόπο τέλος πάντων να σου δείξω
μόνος με πόση δυσκολία ισορροπώ

Εσύ αμήχανα κρατώντας το ποτό
με το τσιγάρο σου πληγώνεις το τασάκι
Κι εγώ, σαν άπειρο και άβγαλτο παιδάκι
δε βρίσκω κάτι, λίγο έξυπνο, να πω…

Πέρασε η ώρα, το ποτό σου έχει τελειώσει
γελάς... μα έχεις μες στο βλέμμα μια ρωγμή
Βλέπω να φεύγεις κι έχω ήδη μετανιώσει
που πάλι άφησα και χάθηκε η στιγμή
Γιάννης Μπελεσιώτης
Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010
Βάλια

Ένα κόκκινο μπαλόνι
γη και ουρανό ενώνει
στα χεράκια σου
Και για παγωτό χωνάκι
σκάσανε χαμογελάκι
τα χειλάκια σου
Περπατάς, πατάς σκοντάφτεις
κι όμως νιώθεις κοσμοναύτης
που υψώνεται
κι όταν σου φωνάξουν όχι
στα ματάκια πρωτοβρόχι
φανερώνεται
Ένα κόκκινο μπαλόνι
κι η μαμά να σε μαλώνει
που το χάλασες
Κι ήρθες πληγωμένη Βάλια
άνοιξες σαν τη βεντάλια
και μ' αγκάλιασες....
Γιάννης Μπελεσιώτης
Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010
Δεκάξι

Δεκάξι
(Πάνω σε ένα διήγημα του Θ. Καμινάκη...)
Ποιος Θεός
ποια ψυχή και ποιο θαύμα
ανεξίτηλο τραύμα
Ποια ζωή
ποια πνοή ποια θυσία
ποια κρυφή συνουσία
Ποια καρδιά
ποια φωτιά ποιο κρεβάτι
(γυρισμένη η πλάτη)
Ποια κορμιά
ποιες ανάσσες κομμένες
σε κελί κλειδωμένες
Μια σιωπή
μια πληγή στα δεκάξι
κι η ζωή σου
για πάντα έχει αλλάξει...
Γιάννης Μπελεσιώτης
Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010
Σκουπιδάκι

Ένα τόσο δα μικρούλι σκουπιδάκι
αλητάκος στα ματάκια σου βολτάρει
κι εγώ το ‘πιασα και το ‘κανα στιχάκι
πριν φυσήξει ο αέρας και το πάρει
Σα διαμάντι σε λευκό πάνω μετάξι
κάθε δάκρυ που κυλά στα μαγουλά σου
κι όταν πάνω σου η μάσκαρα ξεβάψει
τα χειλάκια σου το ξέρω θα γελάσουν
Σου χαϊδεύω μάτια πρόσωπο και χείλια
κι εσύ σκύβεις τρυφερά και με φιλάς
Μα από μέσα μου έχω σκάσει από τη ζήλεια
που γι αυτό κι όχι για μένα, κλαις... γελάς
Γιάννης Μπελεσιώτης
Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010
Salto Mortale

Salto Mortale
(Η ζωή σου ένα χαρμάνι
από jean κι από Armani...)
Χτυπάει το ρολόι στις εφτά
κι εσύ σηκώνεσαι με νεύρα και με κόπο
καφές και δύο άφιλτρα στριφτά
μα δεν αλλάζουν της ζωής τον ωροσκόπο
Ντυμένος με τα ρούχα της δουλειάς
κουστούμι μαύρο κι η γραβάτα περισσεύει
πριν φύγεις τον καθρέφτη σου κοιτάς
και κάθε μέρα το είδωλό σου λιγοστεύει
Ψυχή που δε θυμάται τι ζητά
θυμάται όμως όλα αυτά που δε γουστάρει
τα δύσκολα τα αφήνεις για μετά
φοβάσαι φίλε κι ας το παίζεις παλληκάρι
Αλλού είναι του κόσμου οι θησαυροί
κι ο νους σου πια, που δε μπορεί το βάλε βγάλε
μια μέρα ένα πάτημα να βρει
θα κάνει σίγουρα το σάλτο το mortale…
Γιάννης Μπελεσιώτης
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
Η Μαρία των πειρατών

Νύχτα σε φέρανε και σένα απ’ το Βορρά
άνθρωποι κι όνειρα ανάκατα βαλμένοι
και μια καρότσα φορτηγού να σας πηγαίνει
στην πιο αρχαία που υπάρχει αγορά
Μάτια βαμμένα και στα χείλη έντονο ρουζ
(η επαρχία στην Ελλάδα αναστενάζει)
όποιος πληρώνει σε αγγίζει, αλλιώς, κοιτάζει
και δε χορεύει της ανάγκης σου το μπλουζ
Τα ξημερώματα γλεντάνε οι πειρατές
πιωμένοι λιώμα σε ένα μπαρ σκέτη παράγκα
κι εσύ κοιτάζεις τον καβάλο κάποιου μάγκα
που χθες σου ζήτησε να πας εφτά φορές
Μαρία των μεθυσμένων πειρατών
μην το πουλήσεις σε κανέναν το κορμί σου
κι από το τσούρμο των πιωμένων σου εραστών
σε μένα έλα να χαρίσεις το φιλί σου...
Γιάννης Μπελεσιώτης
Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010
Σαράντα Κύματα

Σαράντα κύματα σου χάιδεψαν τα πόδια
κι έτσι τα χνάρια σου σβηστήκαν’ απ’ την άμμο
μετά, στεγνώσανε στο στόμα σου τα λόγια
κι έμεινε η αλμύρα να σε καίει στα στήθη επάνω
Σε μία τρώγλη που δακρύζει το χειμώνα
πριν σε γνωρίσω είχες κλείσει τη ζωή σου
κι εκεί την έχανες σε σκέψεις που παγώναν’
και σε αναμνήσεις που τρυπούσαν το κορμί σου
Πώς ήσουν τότε, τώρα πια, το ‘χω ξεχάσει
κι απ’ τη φωνή σου δε θυμάμαι τη χροιά
ξέρω όμως πως, όπου κι αν έχεις τώρα φτάσει
τη φυλακή σου θα χεις χτίσει εσύ ξανά

Κάποιοι μου είπαν πως σε είδαν μεθυσμένη
στα πιο φτηνά της Πάτρας καφενεία
κι άλλοι πως σε είδαν σε ένα πλοίο Ενετικό
με ένα σακίδιο στην πλάτη φορτωμένη
να ξεκινάς για ένα ταξίδι μακρινό
ένα ταξίδι που δεν ήξερες πού βγαίνει
Κι έχει περάσει ένας μήνας που σε ψάχνω
σε διαδρόμους και σε υπόγεια κυλικεία
με ανακοινώσεις στα αμφιθέατρα και φωνές
έχει περάσει ένας μήνας που σε ψάχνω
σ’ όλα τα στέκια που συχνάζουν φοιτητές

Μια ζωγραφιά με ανεξίτηλη μελάνη
με μαρκαδόρο «σε αγαπώ» κόκκινο χρώμα
μετά δεν είχες άλλη λέξη που να φτάνει
μετά δεν είχα να σου πω κάτι ακόμα…
Πέρασαν χρόνια οι καιροί έχουν αλλάξει
τώρα οι άνθρωποι μιλάνε με κουμπιά
δεν ξέρω αν κάπου τη ζωή σου έχεις φτιάξει
ούτε αν με νοιάζει να το μάθω τώρα πια…

Κάποιοι μου είπαν ότι χάθηκες για πάντα
σε μια παράξενα ωραία πολιτεία
κι άλλοι πως σε είδαν σε ένα τρένο να γυρνάς
με μια κιθάρα και να λες κάποια μπαλάντα
κόκκινο χρώμα, μαρκαδόρος, «με αγαπάς;»
πάνω στον τοίχο, στο ισόγειο, στη βεράντα
Κι έχει περάσει μια ζωή που ακόμα ψάχνω
σε διαδρόμους και σε υπόγεια κυλικεία
με ανακοινώσεις στα αμφιθέατρα και φωνές
έχει περάσει μια ζωή που ακόμα ψάχνω
σ’ όλα τα στέκια που συχνάζουν φοιτητές
Γιάννης Μπελεσιώτης
Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010
Ειρωνεία

Και να μην πάω στη δουλειά, θ’ αλλάξει κάτι;
Δυο μοναξιές είναι πολλές για ένα κρεβάτι…
Άλλο θα πει δύο μαζί κι ερωτευμένοι
Κι άλλο εχθροί που ‘ν’ από πείσμα αγκαλιασμένοι
Και να μην πάω στη δουλειά… κι εδώ να μείνω
Όπως με θέλεις είναι αδύνατο να γίνω
Κι ούτε βελούδο στο κρεβάτι ή μετάξι
Μπορεί να ανάψει τη φωτιά που θα με κάψει
Δεν είναι φως μου η δουλειά που μας χωρίζει
Ούτε το σώμα μου που πια δε σε γνωρίζει
Είναι που οι δρόμοι μας χαράξανε γωνία
Και καταντήσαμε τον έρωτα ειρωνεία…
Γιάννης Μπελεσιώτης
Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010
Πένα

Πάνω σε χαρτιά σκισμένα κι αποκόμματα
έγραφες μαζί με μένα σημειώματα
Σε είχα πάντοτε κοντά μου μες στην τσέπη μου
κι είχες μάθει όλα τα θέλω και τα πρέπει μου
Τα μοναχικά μας βράδια πριν σαλτάρουμε
μού ζωγράφιζες καράβια να σαλπάρουμε
και αρκούσε μόνο ένα σου χαμόγελο
για να κάνει όλο τον κόσμο μου λαμπόγυαλο
Στο μελάνι σου το αίμα μου μετάγγιζα
με το χέρι της καρδιάς όταν σε άγγιζα
Μα καμιά φορά μικρή μου πώς πεισμάτωνες
κι αν δε σε έσφιγγε το χέρι μου δε μάτωνες...
Δεν το ξέρω αν ξένα χέρια σε ζηλέψανε
κι ήρθαν βράδυ από το σπίτι και σε κλέψανε
ή αν βαρέθηκες μικρή μου τη μιζέρια μου
κι αποφάσισες να φύγεις απ’ τα χέρια μου
Γιάννης Μπελεσιώτης
Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010
Η Γωγώ

Θαμπωμένη από τα φώτα η Γωγώ
κάποιο βράδυ μου είπε δεν της φτάνω εγώ
κι αποφάσισε να φύγει
τα φτεράκια της ανοίγει
να πετάξει μακριά πολύ από δω

Φτάνει βράδυ στην πρωτεύουσα η Γωγώ
Πού να μείνει; Ψάχνει, βρίσκει χορηγό
Είναι ωραία και καπάτσα
όλοι εδώ τη λέγαν’ φάτσα
τη Γωγώ που τώρα δεν της φτάνω εγώ

Πρώτο βράδυ μένει Hilton η Γωγώ
Το πρωί, roof garden, breakfast η Γωγώ
Τα χεράκια της σαν κρίνα
με βαζάκι την Αθήνα
Τα χεράκια της που δεν τ’ αγγίζω εγώ…

Το άλλο βράδυ σε σουίτα η Γωγώ
δεν της το ‘παν μα είχε κι άλλο χορηγό
σε υπέρδιπλο κρεβάτι
η Γωγώ που έψαχνε κάτι
τώρα ψάχνει πώς να φύγει από δω…

Η Γωγώ, η Τζούλια, η Μίνα
κι άλλες πόσες στην Αθήνα…

Γιάννης Μπελεσιώτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)