Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαρματζής Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαρματζής Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Χθες βράδυ



Oh my dead moon, come out again
I wanna see your blood you didn’t burn a candle
You shined the frighten face
I wanna see the frighten face
Now, again and again…
Then, my whole body was a wound, oh moon
A source and it shined in the dark of the night
Oh, my dead moon, I wanna see your blood
Oh, my dead moon, I wanna see your blood
Now, again and again…



Χθες βράδυ σε είδα ξαφνικά μες στ’ όνειρο μου
δεν ήσουν άλλη λέει μα δεν ήσουν κι εσύ
πετούσες πέτρες απαλές μες στο γιαλό μου
έβρεχε αστέρια, χαμογέλασες μια ευχή.

Χθες βράδυ ζήτησα βοήθεια… ξένοι τόποι
φύτρωσαν Ιάσωνες στα δόντια μου οδηγοί
βέλη ακόνιζαν στην πλάτη μου άνθρωποι
κάποιος που μου’ μοιάζε μου έξυσε την πληγή.

Χθες βράδυ είδα από κοντά το διπλανό μου
έλεγε ψέματα και έκλεβε διπλανούς
έγινα φίλος του κι αυτός κάτι δικό μου
κι ως το πρωί ήπιαμε τραυλίζοντας χρησμούς.

Χθες βράδυ έβρεξε νομίζω από λάθος
για λίγο πίστεψα πως ό,τι έχω αρκεί
άκουγα τα κλαδιά να τρίζουνε στο βάθος
μα εδώ που κρύφτηκα η ευλογία αργεί.

Χθες βράδυ είχα ραντεβού με την ψυχή μου
κρυφά στα δέντρα αναρωτιόμουν αν θα’ ρθει
μου πήρε χρόνια να αντέξω τη ζωή μου
τα χρόνια γίνανε μια ανάσα βιαστική



Οι αγγλικοί στίχοι είναι μετάφραση στα αγγλικά του ποιήματος του Μίλτου Σαχτούρη 'Η Πηγή' (σημ.: η μετάφραση ανήκει στον στιχουργό)

Οδυσσέας Σαρματζής

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Προφητεία (Νew Century Blues)

Μία φορά κι έναν καιρό
μια προσευχή έγινε νερό
στα δυο χωρίζει τη στεριά
αλλού η ψυχή αλλού η Κανά

Έπεισε τις μανάδες μας
με ξόρκια , μ΄ όρκους και μ΄ αγιωτικά
καίει μάγισσες , καίει τους Δελφούς
στο μπράτσο ράβει πορφυρούς σταυρούς

Στης Ιστορίας την πετονιά
οι Κ. σπαρταρούν σε μια θηλιά
εφτά κεφάλια μ΄ οδηγούν
αιώνες δεκαεφτά σφυρηλατούν

μια Ύδρα με ζεστή κοιλιά
στενή Εδέμ με κάγκελα ψηλά
κι αυτούς που μέσα δεν χωρούν
στου Γιβραλτάρ τα δόντια τους πετούν


Μα μια φορά κι έναν καιρό
κακά μαντάτα φτάσαν στο χωριό
σακούλες μαύρες και βρισιές
και βάρβαροι με άναρθρες κραυγές

Κρύβουν μια οχιά μες στο λαιμό
όσοι δούλοι γίναν με τον καιρό
με βρύα βάφουν και με στάχτη στα μαλλιά
τα πρόσωπά τους τα αδικοπέτρινα

Με το φτερό του Αλτάϊρ κι ένα αν
παίρνουν φωτιά οι ψάθες του Αννάμ
τους βλέπεις μα δεν νοιώθεις το γιατί
φοράς γυαλιά ηλίου και κλουβί

Έναν καιρό και μια φορά
μια άλλη προσευχή έγινε φωτιά
στης Νέας Ρώμης τα γνωστά ερείπια
ο Νέρωνας τη σκούφια του κουνά


Και μια φορά κι έναν καιρό
κακά μαντάτα φτάσαν στο χωριό …

Σαρματζής Οδυσσέας