Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα LORCA FEDERICO GARCÍA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα LORCA FEDERICO GARCÍA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Η πρώτη κίνηση θα ήταν να φωνάζει, κάθε μέρα, ξυπνώντας, σε έναν κόσμο γεμάτο αδικίες και αθλιότητες κάθε είδους : « διαμαρτύρομαι , διαμαρτύρομαι ……»


Κείμενο: Federico García Lorca (Μετάφραση: Τάκη Βαρβιτσιώτη)
Μουσική: Χρήστος Φολτόπουλος, Γιάννης Βελίκης.  
Απαγγελία: Χρήστος Φολτόπουλος (Arpeggios M.P.)

Μα τι να σου πω για την ποίηση ; Τι να σου πω γι αυτά τα σύννεφα , γι αυτό τον ουρανό ; Να τα κοιτάζω , να τα κοιτάζω , να τα κοιτάζω και τίποτα άλλο. Καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την ποίηση. Ας τα αφήσουμε αυτά στους κριτικούς και στους δασκάλους. Μα ούτε κι εσύ , ούτε κι εγώ , ούτε κανένας ποιητής , δεν ξέρουμε τι είναι ποίηση. Είναι εκεί , κοίταξε. Έχω την φωτιά μέσα στα χέρια μου , το ξέρω και δουλεύω τέλεια μαζί της. Μα δεν μπορώ να μιλήσω για αυτή χωρίς να κάνω φιλολογία. Καταλαβαίνω όλες τις ποιητικές τέχνες. Θα μπορούσα να μιλήσω για αυτές , αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά. Δεν ξέρω. Ίσως μια μέρα να αγαπήσω πολύ την κακή ποίηση , όπως αγαπώ σήμερα την κακή μουσική , παράφορα. Θα κάψω ένα βράδυ τον Παρθενώνα για να αρχίσω να τον κτίζω το πρωί και να μην τον τελειώνω ποτέ. Στις διαλέξεις μου μίλησα κάποτε για την ποίηση , άλλα το μόνο για το όποιο δε μπορώ να μιλήσω είναι η ποίηση μου . όχι γιατί δεν έχω συνείδηση του τι κάνω. αντίθετα αν είναι αλήθεια πως είμαι ποιητής από χάρη του θεού η του δαίμονα είναι εξίσου αλήθεια ότι είμαι ποιητής χάρη στην τεχνική και την προσπάθεια , και γιατί κατέχω απόλυτα του τι είναι ποίημα. Μόνο το μυστήριο μας κάνει να ζήσουμε . μόνο το μυστήριο. Δεν τρώω , μήτε πίνω , μήτε σκέπτομαι . παρά… μονάχα με την ποίηση. Το μεγαλείο ενός ποιήματος , δεν εξαρτάται από την ευρύτητα του θέματος και τα αισθήματα που θέτει σε ενέργεια .θα μπορούσε κανείς να προσφέρει μιαν ανεξάντλητη εντύπωση του απείρου μονάχα με το σχήμα και το άρωμα ενός ρόδου . Μ ένα κουμπί , μ ένα καρούλι , μ ένα φτερό, με τα πέντε δάκτυλα του χεριού , το παιδί κτίζει έναν κόσμο δύσκολο που τον διαπερνούν ανήκουστες απηχήσεις ….

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Aπό έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά

Από τ' άσπρα πόδια σου πιοτό...

Ποίηση: Federico Garcia Lorca
Διασκευή στα ελληνικά: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Γιάννης Γλέζος
Ερμηνεία: Γιάννης Πουλόπουλος
Άλλες εκτελέσεις: Βασίλης Λέκκας

Η νύχτα στέκει μουσκεμένη
μέσα στου παταμιού τις όχθες
και στα στήθια της Λολίτας
από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά

Γυμνή η νύχτα τραγουδάει
πάνω στου Μάρτη τα γιοφύρια
Λούζ’ η Λολίτα το κορμί της
με νάρδους και γλυφό νερό.

Η νύχτα, από πιοτό και ασήμι
λάμπει ανάμεσ’ απ’ τις στέγες
Ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες
από τ’ άσπρα πόδια σου πιοτό

Δισκογραφία:
F. G, Lorca (1969)

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Το χτύπημα και ο θάνατος

 Σαν σήμερα δολοφονήθηκε ο μεγάλος Ισπανός ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα από τους φασίστες φαλαγγίτες του Φράνκο...


Στίχοι: Federico Garcia Lorca
Ελληνική απόδοση: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Κατράκης & Κώστας Πασχάλης ( Ντουέτο )

Πέντε η ώρα που βραδιάζει
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει
φέρνει έν' αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ' άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ' ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ' άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Τ' αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει,
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Μια κάσα από καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βριαδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ' αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπό του ο ταύρος μουγκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κι όλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιαζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αχ! Τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει.
Ήτανε πέντε σ' όλα τα ρολόγια,
ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.

Δεν θέλω να το βλέπω!

Πες στο φεγγάρι να φανεί
γιατί δε θέλω πια να βλέπω
το αίμα του Ιγνάθιο μες στην αρένα.

Δεν θέλω να το βλέπω!

Αχνό φεγγάρι απ' άκρη σ' άκρη,
άτι από σύννεφα γαλήνια
και η σταχτιά του ονείρου αρένα
με τις ιτιές γύρω γύρω.

Δεν θέλω να το βλέπω!

Η θύμησή μου καίγεται!
Μηνύστε το στα γιασεμιά
με την αέρινη ασπράδα.

Δεν θέλω να το βλέπω!


Δισκογραφία:
Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας - 1969


http://ep-anastasi.blogspot.gr/2012/08/blog-post_3643.html 

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Σαντιάγο



Ποίηση: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα / Μιχάλης Μπουρμπούλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Ζωρζ Μουσρακί
Άλλες εκτελέσεις: Αλίκη Καγιαλόγλου

Σαν γεμίσει το φεγγάρι / κι ασημένιο ρίξει πάγο
με τον πυρετό στο αίμα / φεύγω για το Σαντιάγο.

Εκεί που ‘χουν τα κορίτσια / το κορμί από μαστίχα
κι από το πολύ αψέντι / όλοι πνίγονται στον βήχα.

Φέγγει ο ήλιος μες στη φλέβα / ήλιος μαύρος σαν κουρσάρος
φεύγω για το Σαντιάγο / κι όποιον θέλει ας πάρει ό Χάρος.

Μες στης φοινικιάς τον ίσκιο
όπως χάρτινα φανάρια
άναψαν οι παπαγάλοι.
Μες στου δειλινού τον βούρκο
Σαντιάγο, Σαντιάγο
μοιάζεις κόκκινο κοράλλι.

Σαν γυρίσει το φεγγάρι / μην αρχίσεις να με ψάχνεις
θα ‘χω τρελαθεί απ’ αγάπη / μες στο δίχτυ της αράχνης.

Σαν τζιτζίκι το κορμί μου / θα ‘χει λιώσει από τη ζέστη
δίπλα σε καυτές γυναίκες / που μυρίζουνε ασβέστη.

Κάτω απ’ το νερό μαχαίρι / ασπρογυάλιζε σαν σπάρος
φεύγω για το Σαντιάγο / κι όποιον θέλει ας πάρει ο Χάρος.



Η Ιστορία του Τραγουδιού(μιλάει ο Μιχάλης Μπουρμπούλης):

Το 1986 ετοιμάζαμε με τον Μίκη Θεοδωράκη τον δίσκο που κυκλοφόρησε το 1987 με τίτλο: «ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ» με ερμηνευτή τον Θανάσης Μωραΐτη. Τότε ήρθε ένα μήνυμα - πρόταση (το 1986) στον Έλληνα συνθέτη να συμμετάσχει σε μια παγκόσμια παραγωγή με πολλές άλλες διασημότητες. Η παραγωγή αυτή αφορούσε έναν δίσκο βασισμένο στιχουργικά στο βιβλίο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα “POETS IN NEW YORK”. Του εστάλη και η συλλογή, εκεί ήταν σημειωμένα τα ονόματα που είχαν μελοποιήσει και τραγουδήσει οι άλλοι συμμετέχοντες. Αναφέρω αυτούς: COHEN, LLACH, BRANDUARDI, VICTOR MANUEL, BROZA, DE LUCIA, BUARQUE, FAGNER, MOUSTAKI, DONOVAN, MAURENBRECHER, ANDION. Από τις σημειώσεις είδε ο Μίκης ότι μόνο ένα ποίημα δεν είχε μελοποιηθεί, το «ΣΑΝΤΙΑΓΟ». Μιλήσαμε, μεταφράστηκε το νόημα του ποιήματος και εγώ άρχισα να γράφω τον στίχο στην γλώσσα μας. Προχωρώντας διαπίστωσα πως το κείμενο που είχα μπροστά μου δεν έκανε για τραγούδι.
Τότε πήρα την πρωτοβουλία και με την άδεια του Μίκη, προχώρησα σε μια συμβολιστική δημιουργία με αφορμή το ΣΑΝΤΙΑΓΟ. Ήρθε και από το Παρίσι ο Ελληνογάλλος τραγουδιστής Ζωρζ Μουστακί. Τα ελληνικά του Μουστακί ήταν παράξενα, ιδιόμορφα. Έλα όμως που προσέδιδαν στην όλη εκτέλεση μια γοητευτική χροιά. Αυτό άρεσε σε όλους και το τραγούδι εγγράφηκε στην Αθήνα και μπήκε στον δίσκο όπου και υπάρχει. Τότε δεν ξέραμε από ηλεκτρονικές εγγραφές CD, και η κυκλοφορία έγινε σε βινύλιο. Μετά από κάποιους μήνες κυκλοφόρησε και η «ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ». Δυστυχώς δεν πολυακούστηκε γιατί συνέβη κάποιο ατύχημα και η παραγωγή έμεινε στα ελάχιστα. Σήμερα ξύπνησαν κάποια προφητικά λόγια από αυτό το έργο κάποιους και έχουν περάσει έντονα στο διαδίκτυο. Όπως το τραγούδι «Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ».

Αναδημοσίευση της Ιστορίας από το:
http://www.e-orfeas.gr/singing/songstories/2437-article.html

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Η καλόγρια η τσιγγάνα



Ποίηση: Federico Garcia Lorca
Ποιητική απόδοση: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη
Άλλες ερμηνείες: Αρλέτα

Βουνά και σύγνεφα μακριά σ' όλα τριγύρω σιγαλιά
τα λιόφυτα γαληνεμένα και τα σπιτάκια ασβεστωμένα.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή
άχου, τι όμορφα κεντάει το χεράκι της πως πάει.

Βάνει πουλιά, βάνει δεντριά, βάνει και τ' άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή
μα κάθε τόσο αναστενάζει και κάτι με το νου της βάζει.

Λίγο το χέρι σταματά μες στον αέρα και κοιτά
στα μάτια της π' ανοιγοκλειούν δυο καβαλάρηδες περνούν.

Κι ύστερα πάλι στο πανί ξεσπάει ή καλόγρια ή μικρή
τι ποτάμια, τι χορτάρια, τι λιοτρόπια, τι φεγγάρια
πλάσματα της αρεσιάς της, της ονειροφαντασιάς της

Δισκογραφία:
Μαρία Φαραντούρη, ROMANCERO GITANO (1967)

Λούζεται η αγάπη μου



Ποίηση: Federico Garcia Lorca.
Ποιητική απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Μουσική: Χρήστος Λεοντής.
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς

Λούζεται η αγάπη μου
στο Γουαδαλκιβίρ,
και τ' άνθη παίρνουν ευωδιά
απ'το γλυκό κορμί της.

Τρέξε πέτα χελιδόνι
φέρ' της Βενετιάς βελόνι
να κεντήσει στο μαντίλι
τη χαρά της να μου στείλει.

Μεταξωτά η αγάπη μου
μαντίλια μου κεντά
κι όλο φιλάει την κλωστή
και βυσσινιά τη βάφει.

Τρέξε πέτα χελιδόνι
φέρ' της Βενετιάς βελόνι
να κεντήσει στο μαντίλι
τη χαρά της να μου στείλει

Δισκογραφία:
Μανώλης Μητσιάς - ΑΧ, ΕΡΩΤΑ (1974)

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΛΕΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ



Τον πόνο μου να κλάψω θέλω, να θρηνήσω,
και σου το λέω, που μ’ αγαπάς, για να με κλάψεις
μ’ ένα στιλέτο, με φιλιά· μην όμως πάψεις
το μοιρολόι σου έν’ απόβραδο αηδονίσο.

Τον μόνο μάρτυρα να τον δολοφονήσω
ποθώ, για τον χαμό των λουλουδιών μου· πράξεις
να κάμω τον ιδρώτα μου που, αν τον σφάξεις,
σωρούς σκληρού σταριού για πάντοτε θα στήσω.

Ας μην ξετυλιχτεί τελείως το κουβάρι
τού «σ’ αγαπώ και μ’ αγαπάς», και εσαεί ας μείνει
ο γέρος ήλιος φλογερός, και το φεγγάρι

το αρχαίο. Αυτό που δεν μού δίνεις, ας διαβαίνει
τον θάνατο, κι ούτε ίσκιο (το ζητάω για χάρη)
στη σάρκα να μη ρίξει την τρικυμισμένη.


FEDERICO GARCÍA LORCA