Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Ο Ιππότης της Ασφάλτου

Καβάλησε το άλογο και τη σκληρή του σέλα
δεν είχε πόδια τέσσερα μόνο μια μαύρη τρέλα

Μια πανοπλία ατσάλινη, δυο μπράτσα αντί για χέρια
στη μάχη δεν περίμενε κλωτσιά στα κωλομέρια

μον’ έτρεχε ωριοπλούμιστο, μον’ έτρεχε αντρειωμένο
προσπέρναγε στο βήμα του εχθρό, φίλο και ξένο

στην τελευταία δρασκελιά μονάχα ετινάχθη
ο ιππότης άφησε ένα ‘αχ’ κι όλη η γης εχάθη…

‘Αχ άλογό μου’ αντήχησαν τρεις λέξεις εκεί χάμαι
κι αυτό σφίχτηκε απάντησε ‘κοντά σου πάλι θα ‘μαι’

Ποια προσευχή, ποιο πρόσφορο μαζί πήρε θυσία
ποια αγάπη χωρίς ούτε γεια πίσω άφησε με βία;

Άστρο δεν το νοήθη καν τη νύχτα αυτή να ανάψει
λες κι ο Θεός στα στήθια του βουβά ήθελε να κλάψει

Φτάσανε πρώτα οι συγγενείς και η αστυνομία
ήτανε Κυριακή πρωί – επίσημη αργία

Κι ήρθε κλεφτά κι ο σιδεράς μ’ όλη την μπαμπεσιά του
παζάρεψε έτσι στα κρυφά τα κρύα σιδερικά του

Ξωκκλήσια η άσφαλτος σωρό διαβάτη μου χαιρέτα
μα το δικό του φτιάχτηκε από μια μοτοσυκλέτα

Μοιάζει με πύραυλο θαρρείς μ’ ατσάλι σκελετό του
λες και με χίλια πάει να βρει αυτόν στον ουρανό του

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου